Έχουμε διαβάσει 2968 βιβλία

Διήγημα Νο 19 / 199/Ν1

199/Ν1
Βέρα Καρτάλου

Πονάω. Κρυώνω. Διψάω. Λιμοκτονώ. Μέχρι τη Δευτέρα όλα θα έχουν τελειώσει. Το κτήνος μού το αποκάλυψε με τον πιο ξεκάθαρο και ωμό τρόπο. Μεθαύριο θα με σκοτώσει. Δεν έχει αποφασίσει ακόμα αν θα με ξεκοιλιάσει ή αν θα με κόψει κομμάτια ή κάτι ακόμα πιο οδυνηρό. Η πληγή μου μολύνθηκε. Εξαπλώνεται. Μυρίζει. Αυτό θα είναι λοιπόν το τέλος μου; Η φρικτή αναμονή ενός θανάτου μήτε σύντομου, ούτε στοργικού; Δολοφονία ή σηψαιμία; Ποιο θα έρθει πρώτο; Δεν θέλω να πεθάνω. Δεν θέλω να σαπίσω ή να καταλήξω ακρωτηριασμένη σε μια χωματερή. Δεν μου αξίζει να πεθάνω. Δεν πείραξα κανένα. Δεν έχω αμαρτίες να εξομολογηθώ. Δεν υπάρχει κανείς να με βοηθήσει;

Νιώθω τόσο μόνη. Τρέμω. Ο πυρετός ανεβαίνει. Θυμάμαι τη φάρμα που γεννήθηκα. Έξω από ένα χωριό, όχι μεγαλύτερο από μια κουκίδα στο χάρτη. Θολές αναλαμπές των παιδικών μου χρόνων βασανίζουν το μυαλό. Ο καυτός ήλιος να φλογίζει γλυκά τη σάρκα. Η μυρωδιά του φρεσκοποτισμένου χώματος. Άλογα να χλιμιντρίζουν. Η ασφάλεια κοντά στην οικογένειά μου. Ύστερα ήρθε ο ξεριζωμός. Ατελείωτες ώρες στοιβαγμένοι σε φορτηγά. Τα σύνορα να ξεμακραίνουν πίσω μας. Η ξενιτιά. Ο αποχαιρετισμός με τη μάνα μου έξω από ένα εργοστάσιο που ξέρναγε καπνό απ’ τα φουγάρα. «Εσύ είσαι όμορφη» μου είπε, «θα δεις θα έχεις καλύτερη τύχη από μένα. Όλα θα πάνε καλά». Την πίστεψα. Επαναλάμβανα μανιωδώς τα λόγια της κάθε φορά που με πασπάτευαν με τα βρόμικα χέρια τους.

Τώρα, ο πόνος απ’ το τραύμα είναι ανυπόφορος. Καίγομαι στον πυρετό. Θέλω να κοιμηθώ, αλλά δεν πρέπει. Φοβάμαι. Κάθε φορά που χάνω τις αισθήσεις μου ξυπνάω σε έναν καινούργιο εφιάλτη. Όπως πριν επτά χρόνια, όταν ξεκίνησαν όλα. Παραζαλισμένη ακόμα ήξερα, ότι κάτι δεν πάει καλά. Αέρας παλιός, σκονισμένος, υγρός. Μαρτυρούσε κλεισούρα. Μυρωδιά σαπίλας, αποσύνθεσης. Ένα μακρόσυρτο, μονότονο, μηχανικό βουητό. Σκοτάδι απόλυτο, αμείλικτο. Μάζεψα όλες μου τις δυνάμεις για να εκλιπαρήσω:
«Βοήθεια! Είναι κανείς εδώ; Βοηθήστε με, σας παρακαλώ!»

Μια ψιθυριστή φωνή κοντά μου, απάντησε:
«Σώπα. Οι φωνές δεν θα σε βοηθήσουν».
«Ποιος μιλάει;» απάντησα μην μπορώντας να κρύψω τον πανικό μου. «Ποιος είναι εκεί; Πού είμαι; Γιατί μου το κάνεις αυτό;»
«Ηρέμησε. Δεν θα σε πειράξουμε. Όλοι εδώ μοιραζόμαστε την ίδια τύχη με σένα». Μετά βίας διέκρινα τη σιλουέτα που με πλησίασε λέγοντας: «Με λένε Σελίν. Αυτή εκεί είναι η Μάγια κι από εκεί ο Στεφάν. Μας απήγε κι εμάς. Ποιο είναι το τελευταίο πράγμα που θυμάσαι;»
«Σχόλασα από τη δουλειά και μετά..»

Πάσχισα να θυμηθώ, αλλά τίποτα. Κενό. Απογοητευμένη, παραδέχτηκα: «Μετά ξύπνησα εδώ».
«Δεν είσαι η μόνη, κανένας μας δε θυμάται με σιγουριά πώς έφτασε εδώ».
«Πού είναι το εδώ; Πού βρίσκομαι;»
«Είμαστε κάτω από το έδαφος. Βλέπεις τις σκάλες εκεί; Απέναντι, στο βάθος αριστερά;»
«Όχι».
«Τα μάτια σου δεν έχουν συνηθίσει το σκοτάδι ακόμα», είπε η Σελίν.
«Ποιος με απήγε;»
«Δεν ξέρουμε», είπε η Μάγια και συνέχισε σχεδόν τσιριχτά: «Κανείς δεν ξέρει. Κανείς. Κανείς δεν ξέρει τι στο διάολο είναι αυτό το μέρος. Ούτε γιατί έχει πέντε ορόφους. Ούτε γιατί εμείς συγκεκριμένα είμαστε πιο ψηλά από τους άλλους. Αλλά ναι. Υπάρχουν κι άλλοι από κάτω. Πολλοί. Που τους απήγε όλους. Το κτήνος. Έτσι το λέμε. Το κτήνος. Αλλά δεν το έχει δει κανείς. Ξέρεις γιατί; Γιατί κάθε φορά που έρχεται εδώ κάτω ανοίγουν τα φώτα. Και σε τυφλώνουν. Για ώρες, για μέρες ορισμένες φορές. Καίνε τα μάτια και δεν μπορείς να τα ανοίξεις. Και το μόνο που ακούς είναι τα ουρλιαχτά των άλλων να παρακαλάνε να μην έχει έρθει η σειρά τους. Κι όταν σβήνουν… Κι όταν σβήνουν ξανά, κάποιοι λείπουν».
«Πού τους πάει; Τι τους κάνει;» τόλμησα να ρωτήσω.
«Δεν ξέρουμε. Ξέρεις γιατί; Γιατί κανείς δε γυρίζει ποτέ. Κανείς δεν γυρίζει ποτέ να μας πει. Όταν φεύγουν, δεν ξαναγυρίζουν. Κανείς δεν γυρίζει ποτέ. Ποτέ! ΠΟΤΕ!»
«Μάγια, σταμάτα!» φώναξε η Σελίν. «Την τρομάζεις! Δεν το βλέπεις ότι τρέμει;»
«Θα έπρεπε να τρέμει. Θα έπρεπε να φοβάται. Γιατί μία μέρα το κτήνος θα έρθει και γι’ αυτήν!»
«Μάγια, αρκετά! Βούλωστο!» είπε η Σελίν και με ρώτησε «Πώς σε λένε;»
«Τίνα» είπα ξέπνοα.
«Τίνα, προσπάθησε να ηρεμήσεις. Ξεκουράσου και σου υπόσχομαι ότι θα μιλήσουμε μετά».

Η θύμηση εκείνης της πρώτης μέρας με ταράζει. Τώρα, ο πυρετός υποχωρεί. Οι παραισθήσεις ξεθωριάζουν. Τα ποντίκια δεν μου τρώνε το πρόσωπο. Το φαντάστηκα. Πρέπει να ψάξω. Να βρω μια διέξοδο. Ποιο το νόημα όμως; Γιατί αυτή η νέα φυλακή να διαφέρει από την άλλη, που με έκλεισαν πριν επτά χρόνια; Και τότε είχα ψάξει. Το πρώτο βράδυ θυμάμαι. Σπιθαμή προς σπιθαμή όλο τον όροφο. Τρεις συμπαγείς τοίχοι χωρίς την παραμικρή ρωγμή κι ο τέταρτος, ο βορινός, να λείπει. Ούτε σκάλες, ούτε σκοινί, ο μόνος τρόπος διαφυγής ήταν η βουτιά στο κενό. Ποιο απάνθρωπο πλάσμα μας κλείδωσε εδώ, με μοναδική εναλλακτική την αυτοκτονία… αναρωτήθηκα καθώς φλέρταρα με την ιδέα, πλησιάζοντας επικίνδυνα το χάσμα που ανοιγόταν μπροστά μου.

«Σκέφτεσαι να πηδήξεις;» άκουσα τη Σελίν με ήρεμη φωνή πίσω μου. «Να δώσεις ένα τέλος, εδώ και τώρα;».
«Εσύ γιατί δεν το κάνεις;» τη ρώτησα.

Εκείνη με πλησίασε, ώσπου στάθηκε στο ύψος μου. Άλλαξε θέμα σαν να ήταν πιο φυσιολογικό πράγμα στο κόσμο:
«Από πού κατάγεσαι, Τίνα;»
«Από την Αργεντινή».
«Εγώ από τη Βραζιλία. Ο Στεφάν και η Μάγια είναι από τη Λιθουανία. Δουλεύεις κάπου;»
«Ναι. Σε ένα σούπερ μάρκετ. Στην αρχή ήμουνα στην αποθήκη, αλλά πριν δύο μέρες πήρα προαγωγή στα ταμεία. Για πρώτη φορά στη ζωή μου, ήμουνα ευτυχισμένη. Θα έκανα φίλους, ίσως να έβρισκα κι ένα αγόρι να με αγαπήσει. Δεν έχω κανένα σε αυτό τον κόσμο. Αλήθεια εσύ πότε είδες την τελευταία φορά την οικογένειά σου, Σελίν;»
«Δεν θυμάμαι. Έχουν περάσει πολλά χρόνια. Δε ξέρω καν πού βρίσκονται τώρα πια και για προλάβω την επόμενη ερώτησή σου, κανείς εδώ δεν ξέρει την τύχη των συγγενών του».
«Αλήθεια», τη ρώτησα, «εσύ τι πιστεύεις ότι συμβαίνει σε όσους βγάζει από εδώ μέσα το κτήνος;»
«Δεν ξέρω. Ειλικρινά, δεν ξέρω. Απλά επιλέγω να μην σκέφτομαι το χειρότερο. Μπορεί να τους αφήνει ελεύθερους. Μπορεί όλο αυτό να είναι μια δοκιμασία ή ένα πείραμα».
«Είσαι στ’ αλήθεια τόσο αφελής, Σελίν; Είμαστε ένα μάτσο μετανάστες που δεν θα μας ψάξει κανείς. Τίποτα καλό δεν θα μας συμβεί».
«Είσαι ελεύθερη να το πιστεύεις αυτό αν θέλεις, Τίνα. Εγώ προτιμώ να σκέφτομαι ότι όλα θα πάνε καλά».
«Όλα θα πάνε καλά…» μονολόγησα. «Αυτό μου έλεγε και η μητέρα μου και κοίτα που κατέληξα».

Η Σελίν. Πόσο μου λείπει η Σελίν. Αν δεν ήταν εκείνη θα είχα τρελαθεί. Αισθάνομαι καλύτερα τώρα, αλλά για πόσο; Οι αναμνήσεις με βομβαρδίζουν. Διαδοχικές σκηνές. Οι νύχτες που μιλάγαμε. Τα ουρλιαχτά κάθε φορά που άνοιγαν τα φώτα. Η αγωνία για το ποιος λείπει όταν έσβηναν. Τα δάκρυα όταν πήραν τη Μάγια και τον Στεφάν. Οι ψίθυροι των άλλων από κάτω μας. Εφτά ολόκληρα χρόνια από τη ζωή μου στο σκοτάδι.

«Αλήθεια Σελίν, εσύ τι πιστεύεις ότι είναι αυτό το μέρος;» τη είχα ρωτήσει μια μέρα.
«Είναι ένα μαρτύριο. Ένα μέρος που σχεδιάστηκε αποκλειστικά για να υποφέρουμε».
«Έχεις δίκιο», αποκρίθηκα. «Κι ο απαγωγέας μας τι είναι; Οι άλλοι διαφωνούν. Κάποιοι υποστηρίζουν ότι είναι εξωγήινος, άλλοι λυκάνθρωπος, άλλοι δαίμονας. Εσύ τι πρόσωπο διαλέγεις να φορέσεις στο κτήνος μας;»
«Εγώ πιστεύω ότι είναι άνθρωπος.»
«Άνθρωπος;» απόρησα.
«Σου κάνει εντύπωση;»
«Όχι, απλά θα προτιμούσα να ήταν οτιδήποτε άλλο», παραδέχτηκα.
«Γιατί;»
«Γιατί η πραγματικότητα είναι πολύ πιο σκοτεινή από κάθε παραμύθι. Τα τέρατα δε τα φοβάμαι. Τους ανθρώπους όμως, τους τρέμω».
Αυτή η εικασία με στοίχειωσε.

Ένα μήνα αργότερα, τα φώτα άναψαν ξανά. Τυφλή, φοβισμένη, ένιωσα ένα κρύο χέρι πάνω μου. Λιποθύμησα. Όταν άρχισα να συνέρχομαι, άκουσα τη Σελίν να με φωνάζει. Άνοιξα τα μάτια. Πρώτη εικόνα. Ακρωτηριασμένα πτώματα παντού. Δεύτερη εικόνα, μία γαβάθα γεμάτη εντόσθια. Τρίτη εικόνα. Ένας φούρνος.

«Βοήθησέ με…» άκουσα την αχνή φωνή της Σελίν.
«Πού είμαστε;» τη ρώτησα.
«Πάτα το κουμπί σε παρακαλώ..» μου είπε.
«Ποιο κ…» και τότε το είδα. Η Σελίν ήταν δεμένη πάνω σε μία λαμαρίνα, που κινούνταν αργά προς το φλεγόμενο φούρνο.
«Βοήθησέ με, σε παρακαλώ. Το κουμπί! Πάτα το!», είπε η Σελίν.
«Πού είναι!»

Ακολούθησα το βλέμμα της πάνω από το κεφάλι μου. Τίναξα το χέρι. Η αλυσίδα στον καρπό μου το σταμάτησε είκοσι εκατοστά πιο κάτω.
«Δεν μπορώ! Δεν φτάνω!»
«Μπορείς!»
Άρχισα να ξύνω με μανία το τοίχο.
«Κρατήσου, Σελίν» της φώναξα, όταν τα πόδια της μπήκαν στο φούρνο. «Μη πεθάνεις! Μη με αφήσεις!»
«Σώσε με!» ούρλιαξε καθώς τα ρούχα της παίρνανε φωτιά.

Χτυπιόμουνα, τεντωνόμουνα, πάσχιζα να φτάσω. Μάταια. Το σώμα της χάθηκε μέσα στο φούρνο. Στα χείλη της, σχηματίστηκε η λέξη «γιατί». Ύστερα, ξεψύχησε. Εκείνη τη στιγμή το κτήνος μπήκε στην κουζίνα. Ήταν όντως άνθρωπος. Η Σελίν είχε δίκιο. Με γράπωσε. Πάγωσα. Παραδομένη στη μοίρα, είδα το μαχαίρι να πλησιάζει το πρόσωπό μου, ώσπου πλήγωσε τη σάρκα. Η τομή ήταν βαθιά, ο πόνος οξύς. Αυτό ήταν λοιπόν το τέλος; Ξαφνικά το κτήνος σταμάτησε. Απομάκρυνε το μαχαίρι και με κοίταξε.

«Τι αισθάνεσαι;» με ρώτησε. «Εδώ! Κοίτα με. Τι αισθάνεσαι αυτή τη στιγμή;»
Οι λέξεις αρνούνταν να βγουν απ’ τα χείλη μου.
«Μίλα» μου είπε και σήκωσε την παλάμη του ψηλά στον αέρα.
«Φόβο», ψέλλισα.
«Και τι άλλο;»
«Θυμό». «Και τι άλλο;»
«Πόνο».
«Τη Δευτέρα θα σε ξεκοιλιάσω, το καταλαβαίνεις; Θα σε κόψω κομμάτια και θα τα πετάξω στη χωματερή. Τα περιθώρια στενεύουν. Πρέπει να ξυπνήσεις. Σκέψου».
«Τι εννοείς; Γιατί μου το κάνεις αυτό;! Ποιος είσαι; Τι θέλεις από μένα;»
«Θέλω να ξυπνήσεις» μου είπε.
«Τι στο διάολο σημαίνει αυτό;»
«Σκέψου. Θυμήσου. Πότε έφαγες τελευταία φορά; Πότε κοιμήθηκες τελευταία φορά; Πότε κατούρησες τελευταία φορά;»

Έβαλα τα κλάματα κι άρχισα να ικετεύω. Εκείνος με βούτηξε από τα μαλλιά και με πέταξε εδώ μέσα, χωρίς άλλη λέξη. Τώρα τα μάτια μου συνήθισαν το σκοτάδι. Γιατί είμαι εδώ; Τι εννοεί το κτήνος; Φέρνω τα νύχια μου στο μάγουλό μου. Ακουμπάω την πληγή. Όντως πονάω; Όχι. Μπήγω τα νύχια μέσα στη σάρκα μου. Όντως κρυώνω; Όχι. Τα μπήγω πιο βαθιά. Ούτε διψάω. Ούτε λιμοκτονώ. Είναι αυτό που νομίζω;

Σηκώνομαι. Αν είναι αλήθεια, η έξοδος είναι στα δεξιά. Πλησιάζω τον τοίχο. Μια πόρτα. Αν είναι αλήθεια, η πόρτα θα είναι ξεκλείδωτη. Ακουμπάω το μάνταλο. Διστάζω. Πιέζω με δύναμη. Το μάνταλο υποχωρεί. Βγαίνω από το δωμάτιο. Κοιτάω δεξιά. Η κουζίνα. Αριστερά. Εκείνος είναι καθισμένος σε μία πολυθρόνα. Με βλέπει. Δεν αντιδρά, καθώς τον πλησιάζω.

«Η φυλακή δεν ήταν πραγματική, έτσι δεν είναι;» τον ρωτάω.
«Δεν ήταν» αποκρίνεται.
«Μπορούσα να είχα πηδήξει από τον πέμπτο όροφο, όποια στιγμή ήθελα. Μπορούσα να είχα ανέβει τις σκάλες απέναντι στο βάθος. Μπορούσα να είχα ανοίξει την πόρτα όποια στιγμή ήθελα».
«Μπορούσες».
«Μπορούσα να είχα σώσει τη Σελίν. Μπορούσα να φτάσω το κουμπί. Μπορούσα να σε είχα σταματήσει απ’ το να χαράξεις το πρόσωπό μου».
«Μπορούσες».
«Τίποτα δεν ήταν αληθινό. Ούτε ο πόνος, ούτε ο πυρετός, ούτε η σηψαιμία, ούτε η αγωνία, ούτε ο θυμός. Κανένα συναίσθημα δεν ήταν αληθινό».
«Δεν ήταν».
«Δεν είμαι ζωντανή. Σωστά;»
«Σωστά».
«Δεν είμαι εδώ μέσα εφτά χρόνια. Πόσο καιρό πριν συνέβη;»
«Την Δευτέρα, θα έκλειναν 40 μέρες» μου είπε.
«Έπρεπε να ήσουν τόσο σκληρός μαζί μου;»
«Ήταν ο μόνος τρόπος. Τα λόγια δε θα σε βοηθούσαν. Μόνο με την ακραία σωματική και ψυχολογική βία θα το καταλάβαινες. Όσο πιο βάναυσο ήταν το σοκ, τόσο περισσότερες πιθανότητες είχε να πετύχει. Η κάθε περίπτωση είναι διαφορετική. Όσα πέρασες ήταν βασισμένα στις φοβίες και τις εμμονές σου. Το έχω ξανακάνει. Δεν είσαι η πρώτη, ούτε η τελευταία».
«Σ’ ευχαριστώ που με έσωσες» του λέω ενώ εκείνος σηκώνεται και με πλησιάζει. «Τι πρέπει να κάνω τώρα;»
Μου χαϊδεύει στοργικά το μάγουλο με την αναστροφή της παλάμης του και απαντάει:
«Απλά, πες το. Παραδέξου τι είσαι και όλα θα τελειώσουν».
«Είμαι ένα ρομπότ».
Εκείνος χαμογελάει και λέει: «Η θεραπεία στο μοντέλο 199/Ν1 κρίνεται επιτυχής. Το υποκείμενο δεν πιστεύει πλέον ότι είναι άνθρωπος. Ματαίωση αποσυναρμολόγησης. Ενεργοποίηση του πρωτοκόλλου Κ4. Έναρξη επαναπρογραμματισμού».

Βιογραφικό
Η Βέρα Καρτάλου γεννήθηκε το 1984 στην Αθήνα. Σπούδασε Διοίκηση Τουριστικών Επιχειρήσεων στα ΤΕΙ Αθηνών. Ξεκίνησε να γράφει από πολύ μικρή ηλικία, αλλα μόλις τον τελευταίο χρόνο ασχολήθηκε με τη λογοτεχνία του φανταστικού. Ήταν η πρώτη της συμμετοχή σε λογοτεχνικό διαγωνισμό και σκοπεύει να μην είναι η τελευταία!

Η ομάδα μας

Ημερολόγιο

Τελευταία άρθρα

Συνέντευξη με τη Νίτσα Μανωλά

Η Νίτσα Μανωλά με αφορμή το δίγλωσσο παραμύθι «Ο Συννεφούλης ταξιδεύει στην Ελλάδα», που έγραψε παρέα με τρεις ακόμα συγγραφείς και που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Υδροπλάνο, συνομιλεί με την Ελένη Κίτσου και το Diavasame.gr.
17.11.2019
Περισσότερα

Περιπλανήσεις σε ξένη γλώσσα / The Dutch House

Η Αφροδίτη Δημοπούλου στη στήλη της με τίτλο "Περιπλανήσεις σε ξένη γλώσσα", με όχημα την αγγλική γλώσσα κάθε μήνα παρουσιάζει επιλογές της από την ξενόγλωσση λογοτεχνία.

The Dutch House
10.11.2019
Περισσότερα

Συνέντευξη με την Ειρήνη Δερμιτζάκη

Η Ειρήνη Δερμιτζάκη, με αφορμή το βιβλίο της «Γεννημένος Λούζερ» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Εύμαρος, συνομιλεί με την Ελένη Κίτσου και το Diavasame.gr.
20.10.2019
Περισσότερα

Κριτικές αναγνωστών

ΣΚΙΕΣ ΠΑΝΩ ΑΠΟ ΤΟ ΙΝΝΣΜΟΥΘ ΣΚΙΕΣ ΠΑΝΩ ΑΠΟ ΤΟ ΙΝΝΣΜΟΥΘ Ξένη Λογοτεχνία ΣΥΛΛΟΓΗ JEMMA PRESS 22/11/63 22/11/63 Ξένη Λογοτεχνία Stephen King BELL ΣΙΝΟΥΧΕ, Ο ΑΙΓΥΠΤΙΟΣ ΣΙΝΟΥΧΕ, Ο ΑΙΓΥΠΤΙΟΣ Ξένη Λογοτεχνία Mika Waltari ΚΑΛΕΝΤΗΣ ΠΕΤΡΑ ΚΑΙ ΜΕΛΙ ΠΕΤΡΑ ΚΑΙ ΜΕΛΙ Ελληνική Λογοτεχνία Χριστίνα Ζέμπη ΩΚΕΑΝΙΔΑ ΑΚΟΜΑ ΚΑΙ ΟΙ ΚΑΟΥΜΠΟΪΣΣΕΣ ΜΕΛΑΓΧΟΛΟΥΝ ΑΚΟΜΑ ΚΑΙ ΟΙ ΚΑΟΥΜΠΟΪΣΣΕΣ ΜΕΛΑΓΧΟΛΟΥΝ Ξένη Λογοτεχνία Tom Robbins ΑΙΟΛΟΣ Η ΠΑΝΑΓΙΑ ΤΩΝ ΠΑΡΙΣΙΩΝ Η ΠΑΝΑΓΙΑ ΤΩΝ ΠΑΡΙΣΙΩΝ Ξένη Λογοτεχνία Victor Hugo ΣΜΙΛΗ ΑΜ' ΕΠΟΣ ΑΝΕΡΓΩΝ ΑΜ' ΕΠΟΣ ΑΝΕΡΓΩΝ Ελληνική Λογοτεχνία ΟΜΑΔΑ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ VAKXIKON.GR ΤΟ ΥΓΡΟΝ ΠΥΡ ΚΑΙ Η ΣΥΜΒΟΛΗ ΤΟΥ ΣΤΗ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗ ΙΣΧΥ ΤΟ ΥΓΡΟΝ ΠΥΡ ΚΑΙ Η ΣΥΜΒΟΛΗ ΤΟΥ ΣΤΗ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗ ΙΣΧΥ Ιστορία/Δοκίμιο/Μελέτη Κωνσταντίνος Καρατόλιος HISTORICAL QUEST ΑΕΤΟΙ ΚΑΙ ΛΥΚΟΙ ΑΕΤΟΙ ΚΑΙ ΛΥΚΟΙ Ελληνική Λογοτεχνία Βαγγέλης Κούτας ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ ΤΟ ΑΙΜΑ ΝΕΡΟ ΤΟ ΑΙΜΑ ΝΕΡΟ Ελληνική Λογοτεχνία Χάρης Βλαβιανός ΠΑΤΑΚΗΣ ΜΕΓΑΛΩΝΟΝΤΑΣ (ΜΕ) ΤΟ ΠΑΙΔΙ ΜΟΥ ΜΕΓΑΛΩΝΟΝΤΑΣ (ΜΕ) ΤΟ ΠΑΙΔΙ ΜΟΥ Διάφορα Κώστας Γκοτζαμάνης ΠΑΤΑΚΗΣ Η ΠΑΝΑΓΙΑ ΤΩΝ ΑΓΓΕΛΩΝ Η ΠΑΝΑΓΙΑ ΤΩΝ ΑΓΓΕΛΩΝ Ελληνική Λογοτεχνία Αντώνης Μπουλούτζας ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗΣ ΧΩΡΙΣ ΑΕΡΟΣΑΚΟ ΧΩΡΙΣ ΑΕΡΟΣΑΚΟ Ελληνική Λογοτεχνία Γαβριήλ Αλεξάνδρου ΙΩΛΚΟΣ ΧΡΥΣΟΣΚΟΝΗ ΣΤΗ ΣΚΙΑ ΜΟΥ ΧΡΥΣΟΣΚΟΝΗ ΣΤΗ ΣΚΙΑ ΜΟΥ Ελληνική Λογοτεχνία Γεωργία Μαμά ΠΑΡΑΞΕΝΕΣ ΜΕΡΕΣ ΑΚΟΜΑ ΚΑΙ ΤΑ ΑΓΡΙΑ ΣΚΥΛΙΑ ΑΚΟΜΑ ΚΑΙ ΤΑ ΑΓΡΙΑ ΣΚΥΛΙΑ Ξένη Λογοτεχνία Ian Rankin ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ ΤΙ ΕΓΙΝΕ ΡΕ ΦΩΤΕΙΝΗ; ΤΙ ΕΓΙΝΕ ΡΕ ΦΩΤΕΙΝΗ; Ελληνική Λογοτεχνία Τρύφων Ζαχαριάδης ΑΡΜΟΣ Η ΑΠΟΠΕΙΡΑ Η ΑΠΟΠΕΙΡΑ Ελληνική Λογοτεχνία Μιμή Φιλιππίδη-Θεοχάρη ΩΚΕΑΝΙΔΑ