Έχουμε διαβάσει 2920 βιβλία

ΤΟ ΑΓΑΠΗΜΕΝΟ ΤΗΣ ΜΑΥΡΟ

20.07.2012
facebook email
ΤΟ ΑΓΑΠΗΜΕΝΟ ΤΗΣ ΜΑΥΡΟ
Εκδοτικός Οίκος
MOMENTUM
Συγγραφέας
Κατηγορία
ISBN
978-960-9796-01-9
Σελίδες
360
Από τον ίδιο εκδοτικό οίκο

Όταν ένα καινούργιο αστέρι στον ουρανό της λογοτεχνίας ανατέλλει, συνήθως οι κριτικοί παραμένουν προς στιγμήν ενεοί, προσπαθώντας να μαντέψουν την τροχιά που θα διαγράψει, τη διάρκεια και τη λάμψη του. Συνήθως επιφυλάσσονται για να μην εκτεθούν και κατηγορηθούν για υπερβάλλοντα ζήλο και αδικαιολόγητη σπουδή.

Εγώ προσωπικά, προτιμώ να δίνω τον λόγο στο ίδιο το κείμενο που κραυγάζει από τις σελίδες του βιβλίου και διεκδικεί την προσοχή μας. Διαβάζω στις σελίδες 33 και 34 του πρωτοεμφανιζόμενου πεζογράφου και μεταφραστή Τάσου Ψάρρη: «Λοιπόν, βασίλισσα» είπε στη Χαρά, «προσωπάκια σαν το δικό σου δεν είχα ποτέ την τύχη να ζωγραφίσω. Ο καλλιτέχνης πρέπει να αναζητά συνεχώς νέες πηγές έμπνευσης και νομίζω ότι για μένα σήμερα είναι η τυχερή μου μέρα. Τι λες, θα μου κάνεις την τιμή;» Η Χαρά χειροκρότησε ζωηρά, και ο Θόδωρος, λαμβάνοντας την αντίδρασή της ως καταφατική απάντηση, βάλθηκε να ξεφωνίζει περιχαρής ότι μια τέτοια ομορφιά δεν πρέπει να μένει ούτε λεπτό ανεκμετάλλευτη και να διαλαλεί την πεποίθησή του ότι η συνεργασία τους θα στεφόταν από μεγάλη επιτυχία. Ήταν βέβαιος πως ο κόσμος θα χαιρόταν να πίνει το καφεδάκι του μέσα σε μια κούπα διακοσμημένη με το πρόσωπο ενός αγγέλου. Κι ο καφές… Να μπορούσαν μόνο να φανταστούν τη γεύση του… Κατόπιν προχώρησε ένα βήμα παραπέρα: με το λανσάρισμα ενός τέτοιου κομψοτεχνήματος στην αγορά, θα αυξανόταν κατακόρυφα η κατανάλωση του καφέ, θα ενισχύονταν η επιχειρηματικότητα και οι επενδύσεις και θα δημιουργούνταν νέες θέσεις εργασίας. Ω, ναι, οι τρεις τους θα έκαναν μεγάλο καλό στην κοινωνία! (σελ. 33-34).

Ρέων λόγος με ρομαντικές αποχρώσεις νοσταλγικής κοπής, ειδική μέριμνα του τριτοπρόσωπου αφηγητή για εικονογραφική απεικόνιση των εσωτερικών κι εξωτερικών τοπίων των προσώπων που διαλέγει να αγιογραφήσει χωρίς να αποφεύγει τα φωτεινά σκούρα χρώματα.

Οι σχέσεις του ζωγράφου με τη νεαρά ύπαρξη που ζει με τη μητέρα της στο βουνό είναι εξ ορισμού περιπεπλεγμένες. Μάνα και κόρη συμπλέκονται στο σύμπαν του γοητευτικού ζωγράφου. Ανταγωνίζονται υπόγεια υπερβάλλοντας σε ζήλο κι ενδιαφέρον για την κόρη. Στο απόσπασμα που ακολουθεί ας προσέξουμε τη δραματικότητα του διαλόγου και την έξοχη ψυχογράφηση των ηρωίδων:

«Και για να ’χουμε καλό ερώτημα» είπε σκύβοντας από πάνω της, «το στόλισμα πού κολλάει;». «Δεν έχω να πω τίποτα». «Χαρά, δεν σε καταλαβαίνω. Η τελευταία φορά που ντύθηκες έτσι ήταν…» –η Ξένια άργησε λίγο μέχρι να θυμηθεί–, «…ήταν πριν από δύο χρόνια, στα γενέθλιά σου. Κι αυτό το φόρεμα, μου κάνει εντύπωση που το ξαναβλέπω τώρα πάνω σου. Καλά, εσύ δεν είχες πει ότι δεν θα το ξαναφορούσες ποτέ; Δεν θυμάσαι πώς έκανες όταν το είδες στη βαλίτσα, αν και σου εξήγησα ότι μπερδεύτηκε κατά λάθος με τα υπόλοιπα ρούχα σου… Δεν θυμάσαι που το άρπαξα την τελευταία στιγμή από τα χέρια σου πριν το κομματιάσεις; Και τώρα σε βλέπω να το μοστράρεις σαν να μην συμβαίνει τίποτα... Mα ξέχασες τι είναι εδώ, ξέχασες το φοβερό κρύο που κάνει; Ξέχασες πού βρισκόμαστε, μωρό μου;» «Ώστε ξαφνιάζεσαι για το φόρεμα, ε…;» είπε η Χαρά τρίζοντας τα δόντια. «Ζηλεύεις, είμαι σίγουρη ότι ζηλεύεις, εσύ ποτέ δεν προσπάθησες να είμαι καλά και τώρα που βρέθηκε έστω και σ’ αυτό το μέρος κάποιος που μπορεί να με κάνει ευτυχισμένη, ζηλεύεις». […] Η Ξένια ίσα που πρόλαβε να ρίξει μια ματιά στο τσαλακωμένο ραβασάκι, κι αυτό γιατί η Χαρά μάζεψε πολύ γρήγορα το χέρι της, λες και αυτό που ήθελε δεν ήταν να το δείξει στη μητέρα της, αλλά να το δει η ίδια. Με μια αστραπιαία κίνηση, έκρυψε ξανά το χαρτάκι στην τσέπη και στραβομουτσούνιασε. «Ξέρεις πως δεν είναι έτσι…» είπε η Ξένια, αλλά ήταν τόσο αδύναμη η φωνή της, που μετά βίας ακούστηκε. (σελ. 70-72).

Αλλά ας δούμε και μια ρομαντική περιγραφή της Φύσης, που παραπέμπει στο περίφημο κίνημα του 18ου αιώνα «Θύελλα κι Ορμή» (“Sturm und Drang”):

Η Ξένια ένοιωσε τον αέρα να τη μαστιγώνει και το κρύο να τη γονατίζει. Αν ήξερε ότι σε τόσο μικρή απόσταση από το σπίτι της ο καιρός θα χειροτέρευε, θα είχε φροντίσει τουλάχιστον να ντυθεί καλύτερα. Τα μάτια της είχαν γεμίσει με χώμα. Φώναξε στη Χαρά να κουμπώσει το παλτό της, αλλά εκείνη δεν υπάκουσε, ή δεν άκουσε, και συνέχισε να προχωράει ακάθεκτη αψηφώντας τα τερτίπια του καιρού. Έφτασαν μπροστά σε μια χωριάτικη πόρτα. Από πάνω της, σ’ ένα πλατύ περβάζι, ένας κούκος επαγρυπνούσε μπροστά σε μια φωλιά φτιαγμένη από κλώνους αγράμπελης, μέσα στην οποία, αν έκρινε κανείς από τα εκκωφαντικά ξεφωνητά, πρέπει να είχε στηθεί κάποιο γλέντι. Ο κούκος βάρεσε επιδεικτικά τα φτερά του και έκανε μια εντυπωσιακή κωλοτούμπα, διακηρύσσοντας την κυριαρχία του στον χώρο. Προσπαθώντας να ξαναβρούν τις αναπνοές τους, μάνα και κόρη παρατηρούσαν τον φτερωτό παλικαρά, όταν το έδαφος σείστηκε από έναν δυνατό καγχασμό που ακούστηκε από μέσα. Ήχος ξεκλειδώματος. Η πόρτα άνοιξε και εμφανίστηκε ο Θόδωρος ντυμένος με μια φαρδιά μπλούζα πασαλειμμένη με μπογιές και μ’ ένα φαρδύ παντελόνι. Τις καλωσόρισε με επισημότητα. Κολλημένος πάνω στο χερούλι, ανοιγόκλεισε δυο φορές την παλάμη του, έκανε μια βαθιά υπόκλιση και παραμέρισε κρυμμένος ολόκληρος πίσω από την πόρτα. Όλα τα παραπάνω κι όσα θα επακολουθούσαν κρίνονταν απαραίτητα σύμφωνα με τους κανόνες συμπεριφοράς που ίσχυαν στην οικογένειά του εδώ και αιώνες. Η Χαρά δεν το πολυσκέφτηκε. Μόλις είδε τον δρόμο ανοιχτό, μπήκε μέσα. […] «Είμαι ευτυχής που είστε εδώ» είπε ο Θόδωρος. Έβγαλε ένα τσιμπιδάκι από μια θήκη του παντελονιού του και ξεσκάλωσε ένα πούπουλο από τα μαλλιά της Χαράς. «Τον κατεργάρη… Έχει κάνει κατάληψη στο περβάζι μου και μου κουνιέται κι από πάνω». Άνοιξε την εξώπορτα και το πέταξε έξω, αλλά με τον αέρα που είχε, το πούπουλο έκανε μια στροφή και ξαναγύρισε μέσα, για να προσγειωθεί τελικά πάνω σ’ ένα παλιό σερβάν. «Άτιμη ράτσα…. Είναι ικανός να χτυπήσει το κουδούνι και να το ζητήσει πίσω» πρόσθεσε χαριτολογώντας. «Μα ελάτε, μη στέκεστε. Ας καθίσουμε!» (σελ. 75-77).

Ο Θόδωρος ζωγραφίζοντας τη μικρή Χαρά, την αποσπά από τη μητρική αγκαλιά της Ξένιας και τη μυεί σε ένα πρωτόφαντο για τη μικρή μυστηριακό σύμπαν που παίρνει στα μάτια της νεανικής ψυχής μαγικές διαστάσεις:

Η Ξένια τράβηξε αμέσως το βλέμμα της από τον πί- νακα. Κοκκίνισε από ντροπή. Πριν καλά καλά το καταλάβει, ένα σμήνος φτερωτές ενοχές την είχε ζώσει, πολύ περισσότερες απ’ όσες θα την έζωναν εάν τον είχε κλέψει ή τον είχε χαράξει μ’ ένα μαχαίρι. Τα έβαλε με τον εαυτό της. Είναι ο πρώτος και τελευταίος πίνακας που κοιτάζω, είπε από μέσα της. Να πάρει! Τι δουλειά είχε επιτέλους να ενδιαφερθεί για το παλιοκάδρο; Πάλι η φωνή του Θόδωρου: «Βλέπεις την καρδιά; Πλησίασέ την». Είχε βαλθεί να αποδείξει σε όλους την ικανότητά του να καταπιάνεται ταυτόχρονα με δυο δι- αφορετικά πράγματα: από τη μία, τα δάχτυλά του, που παρά τη χοντροκομμένη τους κατασκευή, χειρίζονταν το πινέλο με μεγάλη επιδεξιότητα, κι από την άλλη, το κεφάλι του ήταν γυρισμένο προς την αντίθετη ακρι- βώς μεριά, προς την Ξένια, σ’ ένα σημείο που, μολονότι απομακρυσμένο από το τζάκι, φωτιζόταν περισσότερο από κάθε άλλο εκεί μέσα. Η φράση του τη σταμάτησε την ώρα που ετοιμαζό- ταν να απομακρυνθεί από τη σιφονιέρα. […] Σαστισμένη και έκθαμβη, στράφηκε προς τον Θό- δωρο. Εκείνος την παρακολουθούσε ασταμάτητα, με την ίδια υπερδιέγερση αποτυπωμένη πάνω του, λες κι έβλεπε κι αυτός από τη θέση του ό,τι έβλεπε κι εκείνη, λες και βίωνε την ίδια ακριβώς εμπειρία. Της έκανε ένα νεύμα συγκατάβασης, σαν να της έλεγε ότι δεν έκανε καλά που είχε αμφιταλαντευτεί τόση ώρα πριν αποφασίσει να ανέβει, αφού το αποτέλεσμα την είχε αποζημιώσει και με το παραπάνω. Η Ξένια, ανήμπορη να επιβληθεί σε μια παρόρμηση που τη συγκλόνιζε και την κυβερνούσε, έφερε ξανά το μάτι της στην τρύπα της ευφορίας, θέλοντας να επικυρώσει ό,τι έβλεπε Στη σκέψη ότι κάποια στιγμή τα σκουπίδια σας θα τέλειωναν, μ’ έπιανε κατάθλιψη. Θα αναρωτιέσαι, βέβαια, πώς είναι δυνατόν να βλέπω τόσο καθαρά μέσα στο σκοτάδι. Η λάμψη της καρδιάς, αγαπητή μου! Η λάμψη της καρδιάς!» Την τελευταία του φράση την είπε έχοντας ήδη ξαναπιάσει δουλειά. (σελ. 89-92).

Ο Θόδωρος σε ρόλο μυθικού Πυγμαλίωνα, αναλαμβάνει ως πνευματικός ανάδοχος την απαίδευτη ψυχή και τη διαπλάθει:

Η Ξένια κατέβηκε μ’ ένα σάλτο. Ήταν αδύνατον να ξεχάσει ό,τι είχε δει, μπορεί και να μην ήθελε να τα ξεχάσει, παρ’ όλα αυτά, μόλις το μυαλό της καθάρισε κάπως, έβαλε κατά μέρος ευφορία και θαυμασμό και στάθηκε στο αρνητικό σκέλος της υπόθεσης: αν ήξερε ότι από κάποια μεριά υπάρχει κάποιος που εδώ και καιρό την κατασκοπεύει με τέτοιο άνανδρο τρόπο, θα φρόντιζε το δίχως άλλο να λάβει τα μέτρα της. Και μπορεί να μην έφτανε στο σημείο να τα μαζέψει και να φύγει, γιατί κανείς δεν μπορεί να τη διώξει από το σπίτι της, αλλά και γιατί, επιπλέον, δύο σαρκοφάγα μάτια δεν είναι ικανά να τρυπήσουν τέσσερα ντουβάρια φτιαγμένα από τσιμέ- ντο, ωστόσο θα περιόριζε στο ελάχιστο τις εξόδους της, κατά τη διάρκειά τους θα φορούσε τη ρόμπα της κάτω από το παλτό κι όχι τη νυχτικιά της, όπως συνήθιζε να κάνει, ενώ, τέλος, μπορεί και να τραβούσε συχνότερα τις κουρτίνες του μπροστινού παράθυρου ή να έκλεινε και το παντζούρι, παρατώντας οριστικά το προσφιλές της χάζι, ποιος αλήθεια ο λόγος να παρακολουθεί κάποιον που την παρακολουθεί; Και τώρα, όχι μόνο είχε πληρο- φορηθεί την ύπαρξη ενός τέτοιου ματάκια, αλλά, χάρη σε μια παράλογη πρωτοβουλία της μοίρας, είχε βρεθεί στο ίδιο του το κρησφύγετο. Μια διάχυτη ανησυχία την κατέκλισε. Έπρεπε να πάρει τη Χαρά και να φύγουν. […] «Δεν ξέρω…» είπε η Χαρά. «Δεν καταλαβαίνω τι σημαίνει αυτή η λέξη. Είναι και η μητέρα μου που με στεναχωρεί... Θέλω να πω, μήπως δεν θα τα καταφέρω; Μου αρέσει τόσο πολύ, ξέρετε, τώρα που μυρίζω αυτό το χρώμα και που ακούω τον ήχο των πινέλων σας, αλλά, όσο κι αν σας φαίνεται παράξενο, με φοβίζει λιγάκι…» «Χαρούλα, με απογοητεύεις». Ο Θόδωρος στραβοκατάπιε αναγνωρίζοντας την αποτυχία του να προβλέψει τις αδυναμίες μιας παιδικής ψυχής. Δεν έφταιγε όμως μόνο αυτός. Έριξε ένα βλέμμα δυσαρέσκειας στην Ξένια σαν να της έλεγε «ορίστε τι κατάφερες με τη γκρίνια σου». «Ξέρεις» έσπευσε να καθησυχάσει τη Χαρά, «αυτό που νοιώθεις δεν είναι φόβος, αλλά ευθύνη. Η ευθύνη είναι τεράστια, μικρή μου, ορθώς πράτ- τεις και την αναλογίζεσαι. Μα πλέον είναι αργά για να κάνεις πίσω, άλλοι έχουν αποφασίσει για σένα, και τι όμορφο να σου εγγυάται η ίδια η ζωή δείχνοντάς σου σαν φάρος τη σωστή ρότα, όταν εσύ δεν μπορείς να την επιλέξεις από μόνος σου…» (σελ. 92-94).

Κάτι καλό έχει βγει από αυτή την πένα. Και κάτι ακόμα καλύτερο θα βγει στο μέλλον. Δεν είναι τυχαίο που ο οικονομολόγος συγγραφέας, με πτυχία και περγαμηνές από την Ελλάδα και το εξωτερικό, τα παράτησε όλα, σπούδασε λογοτεχνική μετάφραση στο ΕΚΕΜΕΛ και όπως λέει το σεμνό βιογραφικό του: Το 2004 συμμετείχε και βραβεύτηκε στην Ολυμπιάδα Γραμμάτων της Αθήνας, ενώ το 2011 ήταν υποψήφιος για βραβείο λογοτεχνικής μετάφρασης από την ισπανική γλώσσα. Διηγήματα και ποιήματά του έχουν δημοσιευτεί σε λογοτεχνικά περιοδικά και άρθρα του σε εφημερίδες και στο διαδίκτυο. Από το 2009 ζει στην Κέρκυρα.

Την έξωθεν καλή μαρτυρία την έχει ήδη εξασφαλίσει. Το μόνο που απομένει τώρα είναι να αφοσιωθεί στην Τέχνη του, ως καλόγερος, ως μοναχός, ως στυλίτης. Η μόνη συνταγή επιτυχίας: συνειδητοποίηση της μοναξιάς και υπέρβασή της, μέσα από τη γραφή. Και τότε το σύμπαν όλο χαμογελάει. Όπως μέσα μας έτσι κι έξω μας.

Η ομάδα μας

Ημερολόγιο

Τελευταία άρθρα

Αφιέρωμα στην ελληνική λογοτεχνία

Αφιέρωμα του Diavasame.gr στην ελληνική λογοτεχνία. Για 13η συνεχή χρονιά, η συντακτική ομάδα του Diavasame.gr θα επιλέξει και θα παρουσιάσει κριτικές βιβλίων από Έλληνες συγγραφείς από τις 15/7 έως και την 29/7.
10.07.2019
Περισσότερα

Τα πρώτα, σε αναγνώσεις κριτικών, βιβλία 1/12/2018-31/5/2019

Δημοσιεύουμε τη λίστα με τα πρώτα, σε αναγνώσεις κριτικών βιβλία για ένα ολόκληρο εξάμηνο. Ρίξτε μια ματιά στην ενδιαφέρουσα λίστα που καλύπτει την περίοδο από 1/12/2018 έως 31/5/2019.
03.06.2019
Περισσότερα

Συνέντευξη με την Ευτυχία Γιαννάκη και τους Πιτσιμπουίνους της

Η Ευτυχία Γιαννάκη, με αφορμή την κυκλοφορία της πρώτης περιπέτειας των Πιτσιμπουίνων «Μυστήριο στη Λίμνη Λαμπίκο» από τις εκδόσεις Ίκαρος, συνομιλεί με την Ελένη Κίτσου και το Diavasame.gr.
02.06.2019
Περισσότερα

Κριτικές αναγνωστών

ΣΚΙΕΣ ΠΑΝΩ ΑΠΟ ΤΟ ΙΝΝΣΜΟΥΘ ΣΚΙΕΣ ΠΑΝΩ ΑΠΟ ΤΟ ΙΝΝΣΜΟΥΘ Ξένη Λογοτεχνία ΣΥΛΛΟΓΗ JEMMA PRESS 22/11/63 22/11/63 Ξένη Λογοτεχνία Stephen King BELL ΣΙΝΟΥΧΕ, Ο ΑΙΓΥΠΤΙΟΣ ΣΙΝΟΥΧΕ, Ο ΑΙΓΥΠΤΙΟΣ Ξένη Λογοτεχνία Mika Waltari ΚΑΛΕΝΤΗΣ ΠΕΤΡΑ ΚΑΙ ΜΕΛΙ ΠΕΤΡΑ ΚΑΙ ΜΕΛΙ Ελληνική Λογοτεχνία Χριστίνα Ζέμπη ΩΚΕΑΝΙΔΑ ΑΚΟΜΑ ΚΑΙ ΟΙ ΚΑΟΥΜΠΟΪΣΣΕΣ ΜΕΛΑΓΧΟΛΟΥΝ ΑΚΟΜΑ ΚΑΙ ΟΙ ΚΑΟΥΜΠΟΪΣΣΕΣ ΜΕΛΑΓΧΟΛΟΥΝ Ξένη Λογοτεχνία Tom Robbins ΑΙΟΛΟΣ Η ΠΑΝΑΓΙΑ ΤΩΝ ΠΑΡΙΣΙΩΝ Η ΠΑΝΑΓΙΑ ΤΩΝ ΠΑΡΙΣΙΩΝ Ξένη Λογοτεχνία Victor Hugo ΣΜΙΛΗ ΑΜ' ΕΠΟΣ ΑΝΕΡΓΩΝ ΑΜ' ΕΠΟΣ ΑΝΕΡΓΩΝ Ελληνική Λογοτεχνία ΟΜΑΔΑ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ VAKXIKON.GR ΤΟ ΥΓΡΟΝ ΠΥΡ ΚΑΙ Η ΣΥΜΒΟΛΗ ΤΟΥ ΣΤΗ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗ ΙΣΧΥ ΤΟ ΥΓΡΟΝ ΠΥΡ ΚΑΙ Η ΣΥΜΒΟΛΗ ΤΟΥ ΣΤΗ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗ ΙΣΧΥ Ιστορία/Δοκίμιο/Μελέτη Κωνσταντίνος Καρατόλιος HISTORICAL QUEST ΑΕΤΟΙ ΚΑΙ ΛΥΚΟΙ ΑΕΤΟΙ ΚΑΙ ΛΥΚΟΙ Ελληνική Λογοτεχνία Βαγγέλης Κούτας ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ ΤΟ ΑΙΜΑ ΝΕΡΟ ΤΟ ΑΙΜΑ ΝΕΡΟ Ελληνική Λογοτεχνία Χάρης Βλαβιανός ΠΑΤΑΚΗΣ ΜΕΓΑΛΩΝΟΝΤΑΣ (ΜΕ) ΤΟ ΠΑΙΔΙ ΜΟΥ ΜΕΓΑΛΩΝΟΝΤΑΣ (ΜΕ) ΤΟ ΠΑΙΔΙ ΜΟΥ Διάφορα Κώστας Γκοτζαμάνης ΠΑΤΑΚΗΣ Η ΠΑΝΑΓΙΑ ΤΩΝ ΑΓΓΕΛΩΝ Η ΠΑΝΑΓΙΑ ΤΩΝ ΑΓΓΕΛΩΝ Ελληνική Λογοτεχνία Αντώνης Μπουλούτζας ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗΣ ΧΩΡΙΣ ΑΕΡΟΣΑΚΟ ΧΩΡΙΣ ΑΕΡΟΣΑΚΟ Ελληνική Λογοτεχνία Γαβριήλ Αλεξάνδρου ΙΩΛΚΟΣ ΧΡΥΣΟΣΚΟΝΗ ΣΤΗ ΣΚΙΑ ΜΟΥ ΧΡΥΣΟΣΚΟΝΗ ΣΤΗ ΣΚΙΑ ΜΟΥ Ελληνική Λογοτεχνία Γεωργία Μαμά ΠΑΡΑΞΕΝΕΣ ΜΕΡΕΣ ΑΚΟΜΑ ΚΑΙ ΤΑ ΑΓΡΙΑ ΣΚΥΛΙΑ ΑΚΟΜΑ ΚΑΙ ΤΑ ΑΓΡΙΑ ΣΚΥΛΙΑ Ξένη Λογοτεχνία Ian Rankin ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ ΤΙ ΕΓΙΝΕ ΡΕ ΦΩΤΕΙΝΗ; ΤΙ ΕΓΙΝΕ ΡΕ ΦΩΤΕΙΝΗ; Ελληνική Λογοτεχνία Τρύφων Ζαχαριάδης ΑΡΜΟΣ Η ΑΠΟΠΕΙΡΑ Η ΑΠΟΠΕΙΡΑ Ελληνική Λογοτεχνία Μιμή Φιλιππίδη-Θεοχάρη ΩΚΕΑΝΙΔΑ