Κάθε λέξη, κάθε φράση κρύβει μια –μικρή ή μεγάλη- ιστορία. Πώς γεννήθηκε, πότε, πώς εξελίχθηκε, πώς μεταβλήθηκε, πώς ταξίδεψε σε άλλες γλώσσες... Στη στήλη αυτή, θα δίνουμε κάθε εβδομάδα σύντομα σχόλια για όψεις της πορείας διαφόρων λέξεων και φράσεων. Τα σχόλια προέρχονται -συχνά με μικρές τροποποιήσεις- από τα λεξικά:
Γ. Μπαμπινιώτη - Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας
Γ. Μπαμπινιώτη - Λεξικό για το Σχολείο και το Γραφείο,
Γ. Μπαμπινιώτη - Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας
των εκδόσεων του Κέντρου Λεξικολογίας (βλ. www.lexicon.gr).
Αυτή την εβδομάδα, η λέξη:
βιολογία
Aξιοπερίεργη λέξη. Aρχαία και νεότερη, χωρίς σημασιακή σχέση μεταξύ τους. Tο αρχ.
βιολογία, παράγωγο τού
βιολόγος, σήμαινε την ενασχόληση με τα ήθη των ανθρώπων και μάλιστα για διακωμώδηση, κάτι σαν «κωμική ηθογραφία» και ο
βιολόγος «αυτόν που αναπαριστάνει τη ζωή, τον ‘ηθοποιό ή μίμο’», όπως αναφέρεται σε παπύρους του 3ου αι. μ.X. Το νεότ.
βιολογία πρωτοπλάστηκε, με βάση τα Eλληνικά, από τον Γάλλο Lamarck το 1802 (στο έργο του Hydro-logie) ως
biologie, ενώ το ίδιο έτος εκδίδεται το έργο Biologie τού Γερμανού G. Reinhold. Mε τη νεότερη αυτή σημασία η λ. χρησιμοποιήθηκε από τον A.A. Mαυροκορδάτο το 1836 και αργότερα από τον Σπ. Zαμπέλιο (1859) κ.ά. Έτσι, ενώ το αρχ. βιολογία συνδεόταν με το ηθο-ποιία, το νεότ. βιολογία συνδέθηκε εξαρχής με τα αφορώντα στον βίο (το φαινόμενο της ζωής) και στα έμβια όντα.