Diavasame.gr
Έχουμε διαβάσει 736 βιβλία!!
θέλετε να λαμβάνετε
το newsletter μας;
LOGIN:


Συμβαίνουν γύρω μας
  • ΝΑ ΜΗΝ ΞΕΧΑΣΩ - Αύγουστος

    Γεγονότα, που σημάδεψαν λίγο ή πολύ το μήνα που πέρασε. Γράφει μια φορά τον μήνα και κάθε μήνα, ο Στέφανος Ξένος.                                                    ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΤΟ ΕΔΩ:

     

     

     

     

     

  • ΝΑ ΜΗΝ ΞΕΧΑΣΩ - Αύγουστος

    Γεγονότα, που σημάδεψαν λίγο ή πολύ το μήνα που πέρασε.   Γράφει μια φορά τον μήνα και κάθε μήνα, ο Στέφανος Ξένος.

                                    ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΔΩ:

     

Λέξη της Εβδομάδας

Κάθε λέξη, κάθε φράση κρύβει μια –μικρή ή μεγάλη- ιστορία. Πώς γεννήθηκε, πότε, πώς εξελίχθηκε, πώς μεταβλήθηκε, πώς ταξίδεψε σε άλλες γλώσσες... Στη στήλη αυτή, θα δίνουμε κάθε εβδομάδα σύντομα σχόλια για όψεις της πορείας διαφόρων λέξεων και φράσεων. Τα σχόλια προέρχονται -συχνά με μικρές τροποποιήσεις- από τα λεξικά:

Γ. Μπαμπινιώτη - Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας
Γ. Μπαμπινιώτη - Λεξικό για το Σχολείο και το Γραφείο,
Γ. Μπαμπινιώτη - Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας

των εκδόσεων του Κέντρου Λεξικολογίας (βλ. www.lexicon.gr).

Αυτή την εβδομάδα, η λέξη:

τσιγγάνος

(ο) καθένα από τα μέλη νομαδικού λαού με σκουρόχρωμο δέρμα, με καταγωγή από την Β. Ινδία, που σήμερα ζουν διασκορπισμένοι σε ομάδες (νομαδικές ή εγκατεστημένες) σε όλο τον πλανήτη και κυρ. στην Ευρώπη: οι__ θεωρούνται σύμβολο της ελεύθερης, χωρίς πριορισμούς ζωής.
ΕΤΥΜ. μεσν. <ατσίγγανος < αθίγγανος "άθικτος, ανέγγιχτος" (α. στερητ - θιγγάνω "αγγίζω". Ο όρ αθίγγανος αποδόθηκε καυά την Βυζαντική εποχή στους πιστούς μιας μανιχαϊστικής αίρεσης, οι οποίοι είχαν μετηκοίσει από την Φρυγία στο Βυζάντιο και που. εσφαλμένα. ταυτίστηκαν με τους τσιγγάονους.

Οι Τσιγγάνοι αυτοαποκαλούνται Ρομ (Rom) "άντρας, σύζυγος" - ενώ οί μη τσιγγάνοι είναι gadje "άξεστοι, χωριάτες". Τόσο η ονομασία όσο και η γλώσα που μιλούν (Romany) προέρχονται από την αρχαία Ινδική. Στο Βυζάντιο οι αιρετικοί Μελχισεδεκίτες (4-5 αι μ.χ.) αποκλήθηκαν Αθίγγανοι, από όπου το Ατσίγγανοι (14-15 αι) και το Τσιγγάνοι (εξού και η γραφή με -γγ αντί -γκ. Το Αθίγγανοι (α -στερητ -θιγγάνω "θίγω, αγγίζω")σήμαινε "'αθικτοι", χαρακτηρισμός που αποδιδόταν στους παρίες, στα μέλη της κατώτερης κάστας  (τάξεως) ή στους εκτός κάστας  (πβ αγγλ. untaouchables). Ονομάστηκαν επίσης σοτ Βυζάντιο (9ος αι) και Αιγύπτιοι, από όπου το Γύφτοι, είτε διότι έφτασαν στο Βυζάντιο μέσβ Αιγύπτου είτε διότι προήλθαν από την "μικρή Αίγυπτο" την εύφορη Κιλικία(πβ αγγλ. Gypsy < Egyptians "Αιγύπτιοι", ισπ. Gitanos < Egitanos "Αιγύπτιοι".

Άλλες ονομασίες τους είναι το κατσίβελοι και το Μποέμ. Το Κατσίβελοι προήλθε από το Cattivelo, υποκ. του cattivo < λατ. captivus ¨αιχμάλωτος, δούλος", ενώ το Μποέμ (<γαλλ.  boheme) δεν είναι παρά οι Βοημοί , οι πρόσφυγες από την Βοημία (Bohemia) ποι μετακινούνταν και ζούσαν ξέγνοιαστοι και ελεύθεροι (από εκεί και η λ. μποέμ "ξέγνοιαστος" λόγω της επίσημης άδειας που έδωσε στους τσιγγάνους ο βασιλιάς της Βοημίας, που τους επέτρεπε να μετακινούνται ελεύθερα σε διάφορες χώρες της κ. Ευρώπης.

Η λέξη Τσιγγάνος πέρασε στην  Τουρκική (Τουρκ. cingene) όπου απέκτησε την επιπρόσθετη σημασία "φιλάργυρος" και από αυτήν προήλθε αργότερα η λ. τσιγγούνης.

 Αρχείο με λέξεις
•  πυγμαλίων
•  προάστιο ή προάστειο
•  πλαγκτόν
•  άρες μάρες κουκουνάρες
•  τυρί
•  μπικίνι
•  αρτζιμπούρτζι
•  αρουραίος - ποντικός
•  στιβάδα ή στοιβάδα;
•  μασόνος
•  καμικάζι
•  θραύω, θρύμμα, τρυφερός, τρυφηλός
•  βούλλα ή βούλα
•  δυτικός
•  κωμικός
•  γήπεδο
•  αρλεκίνος
•  γήπεδο
•  ουσιώδης – ουσιαστικός
•  -οια: ουσιαστικά σε -οια.
•  νομίζω: συνώνυμα
•  μοτοσυκλέτα ή μοτοσικλέτα, στυλ ή στιλ, στυλό ή στιλό;
•  μεγέθυνση ή μεγένθυνση, εμβάθυνση ή εμβάνθυνση;
•  λυπάμαι: συνώνυμα
•  λακέρδα και σαύρα!
•  κτήριο ή κτίριο;
•  κοροϊδία: συνώνυμα
•  κλείνω – κλείω
•  κατάκτηση – εκμάθηση
•  καμπή – γάμπα – ζαμπόν – ζάντα
•  θερμότητα – ψύξη: κλιμάκωση
•  -ίστικος
•  ηγούμαι: παράγωγα – σύνθετα
•  ζεματώ – ζεματίζω
•  -εσα αντί -ησα (τύπος: φόρ-εσα).
•  επίδοξος – επίζηλος
•  εξοφλώ – ξοφλώ
•  Eλληνικός ή ελληνικός;
•  έλλειψη – έλλειμμα
•  εαυτός – καθ’ εαυτός / καθαυτός – καθ’ εαυτό / καθαυτό – καθ’ εαυτού / καθαυτού
•  δομή – υφή – σύσταση – σύνθεση – διάρθρωση
•  διαρρέω: παράγωγα
•  διάλεκτος – κοινόλεκτος – ιδιόλεκτος – κοινωνιόλεκτος – ιδίωμα – ντοπιολαλιά – κοινή – αργκό.
•  διαβάζω: συνώνυμα
•  δέρμα – επιδερμίδα – πετσί
•  δάνειο – δάνειος – δανεικός.
•  βιομήχανος
•  συντρέξω – συνδράμω
•  σορός – σωρός
•  βρόχος – βρόγχος
•  βρίθω + γενική
•  βόμβα ή μπόμπα;
•  βιοπαλαιστής
•  Σύρος – Συρία, Σύριος – Σύρος, Συριανός – συριακός
•  συμπόνια ή συμπόνοια
•  συμπάθεια: συνώνυμα
•  συμβατικός – συμβατός – αυθαίρετος
•  συγγνώμη
•  στρογγυλός – στρογγύλος – στρόγγυλος
•  στοίχος – στίχος: παράγωγα – σύνθετα
•  σπίτι: συνώνυμα
•  σεισμογενής – σεισμογόνος.
•  σαύρα – γουστέρα κ.ά
•  σατιρικός – σατυρικός.
•  πανεπιστήμιο
•  βιολογία
•  αυτόπτης
•  αυτόφωρος
•  ρύμη
•  αυλή – αυλαία – έπαυλη.
•  δραστικός – δραματικός
•  Bλάχοι – Oυαλοί – Bαλλόνοι
•  δεκανέας - δεκανίκι


Site by Nitor Systems