Κάθε λέξη, κάθε φράση κρύβει μια –μικρή ή μεγάλη- ιστορία. Πώς γεννήθηκε, πότε, πώς εξελίχθηκε, πώς μεταβλήθηκε, πώς ταξίδεψε σε άλλες γλώσσες... Στη στήλη αυτή, θα δίνουμε κάθε εβδομάδα σύντομα σχόλια για όψεις της πορείας διαφόρων λέξεων και φράσεων. Τα σχόλια προέρχονται -συχνά με μικρές τροποποιήσεις- από τα λεξικά:
Γ. Μπαμπινιώτη - Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας
Γ. Μπαμπινιώτη - Λεξικό για το Σχολείο και το Γραφείο,
Γ. Μπαμπινιώτη - Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας
των εκδόσεων του Κέντρου Λεξικολογίας (βλ. www.lexicon.gr).
Αυτή την εβδομάδα, η λέξη:
(ο) καθένα από τα μέλη νομαδικού λαού με σκουρόχρωμο δέρμα, με καταγωγή από την Β. Ινδία, που σήμερα ζουν διασκορπισμένοι σε ομάδες (νομαδικές ή εγκατεστημένες) σε όλο τον πλανήτη και κυρ. στην Ευρώπη: οι__ θεωρούνται σύμβολο της ελεύθερης, χωρίς πριορισμούς ζωής.
ΕΤΥΜ. μεσν. <ατσίγγανος < αθίγγανος "άθικτος, ανέγγιχτος" (α. στερητ - θιγγάνω "αγγίζω". Ο όρ αθίγγανος αποδόθηκε καυά την Βυζαντική εποχή στους πιστούς μιας μανιχαϊστικής αίρεσης, οι οποίοι είχαν μετηκοίσει από την Φρυγία στο Βυζάντιο και που. εσφαλμένα. ταυτίστηκαν με τους τσιγγάονους.
Οι Τσιγγάνοι αυτοαποκαλούνται Ρομ (Rom) "άντρας, σύζυγος" - ενώ οί μη τσιγγάνοι είναι gadje "άξεστοι, χωριάτες". Τόσο η ονομασία όσο και η γλώσα που μιλούν (Romany) προέρχονται από την αρχαία Ινδική. Στο Βυζάντιο οι αιρετικοί Μελχισεδεκίτες (4-5 αι μ.χ.) αποκλήθηκαν Αθίγγανοι, από όπου το Ατσίγγανοι (14-15 αι) και το Τσιγγάνοι (εξού και η γραφή με -γγ αντί -γκ. Το Αθίγγανοι (α -στερητ -θιγγάνω "θίγω, αγγίζω")σήμαινε "'αθικτοι", χαρακτηρισμός που αποδιδόταν στους παρίες, στα μέλη της κατώτερης κάστας (τάξεως) ή στους εκτός κάστας (πβ αγγλ. untaouchables). Ονομάστηκαν επίσης σοτ Βυζάντιο (9ος αι) και Αιγύπτιοι, από όπου το Γύφτοι, είτε διότι έφτασαν στο Βυζάντιο μέσβ Αιγύπτου είτε διότι προήλθαν από την "μικρή Αίγυπτο" την εύφορη Κιλικία(πβ αγγλ. Gypsy < Egyptians "Αιγύπτιοι", ισπ. Gitanos < Egitanos "Αιγύπτιοι".
Άλλες ονομασίες τους είναι το κατσίβελοι και το Μποέμ. Το Κατσίβελοι προήλθε από το Cattivelo, υποκ. του cattivo < λατ. captivus ¨αιχμάλωτος, δούλος", ενώ το Μποέμ (<γαλλ. boheme) δεν είναι παρά οι Βοημοί , οι πρόσφυγες από την Βοημία (Bohemia) ποι μετακινούνταν και ζούσαν ξέγνοιαστοι και ελεύθεροι (από εκεί και η λ. μποέμ "ξέγνοιαστος" λόγω της επίσημης άδειας που έδωσε στους τσιγγάνους ο βασιλιάς της Βοημίας, που τους επέτρεπε να μετακινούνται ελεύθερα σε διάφορες χώρες της κ. Ευρώπης.
Η λέξη Τσιγγάνος πέρασε στην Τουρκική (Τουρκ. cingene) όπου απέκτησε την επιπρόσθετη σημασία "φιλάργυρος" και από αυτήν προήλθε αργότερα η λ. τσιγγούνης.