Κάθε λέξη, κάθε φράση κρύβει μια –μικρή ή μεγάλη- ιστορία. Πώς γεννήθηκε, πότε, πώς εξελίχθηκε, πώς μεταβλήθηκε, πώς ταξίδεψε σε άλλες γλώσσες... Στη στήλη αυτή, θα δίνουμε κάθε εβδομάδα σύντομα σχόλια για όψεις της πορείας διαφόρων λέξεων και φράσεων. Τα σχόλια προέρχονται -συχνά με μικρές τροποποιήσεις- από τα λεξικά:
Γ. Μπαμπινιώτη - Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας
Γ. Μπαμπινιώτη - Λεξικό για το Σχολείο και το Γραφείο,
Γ. Μπαμπινιώτη - Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας
των εκδόσεων του Κέντρου Λεξικολογίας (βλ. www.lexicon.gr).
Αυτή την εβδομάδα, η λέξη:
< αρχ. αρουραιος (ενν. μυς) [ήδη στον Αισχύλο τον 6ο / 5ο αι. π.χ.] επίθ. που παράγεται από το ουσ. άρουρα "καλλιεργημένο χωράφι, αγρός".
ΑΠΟ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΛΕΞΗΣ
αρουραίος - ποντικός
Στην αρχ. γλώσσα αρουραίος μυς "ποντικός τςη ξηράς, των αγρών" (πβ. Ηροδ. Ιστ. 2.141: μυς αρουραίους) διακρινόταν σαφώς από τον ποντικόν μυν, ο οποίος προερχόταν από τον πόντο, δηλ. από θαλάσσιες περιοχές. Βαθμηδόν η λ. μυς έπαψε να αποτελεί τον πυρήνα της σημασίας αυτών των φράσεων και έτσι επικράτησαν οι λ. αρουραίος και ποντικός.