Κάθε λέξη, κάθε φράση κρύβει μια –μικρή ή μεγάλη- ιστορία. Πώς γεννήθηκε, πότε, πώς εξελίχθηκε, πώς μεταβλήθηκε, πώς ταξίδεψε σε άλλες γλώσσες... Στη στήλη αυτή, θα δίνουμε κάθε εβδομάδα σύντομα σχόλια για όψεις της πορείας διαφόρων λέξεων και φράσεων. Τα σχόλια προέρχονται -συχνά με μικρές τροποποιήσεις- από τα λεξικά:
Γ. Μπαμπινιώτη - Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας
Γ. Μπαμπινιώτη - Λεξικό για το Σχολείο και το Γραφείο,
Γ. Μπαμπινιώτη - Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας
των εκδόσεων του Κέντρου Λεξικολογίας (βλ. www.lexicon.gr).
Αυτή την εβδομάδα, η λέξη:
κωμικός
αρχ. [ήδη τον 4ο αι. π.Χ. στον Αριστοτέλη, πβ. Πολιτικ. 1276b.4-6: ὥσπερ γε καὶ χορὸν ὁτὲ μὲν κωμικὸν ὁτὲ δὲ τραγικὸν ἕτερον εἶναί φαμεν, τῶν αὐτῶν πολλάκις ἀνθρώπων ὄντων] < κῶμ(ος) (βλ.λ.) + παραγ. τέρμα -ικός. Μέσω τού λατ. cōmicus η λ. διαδόθηκε σε αρκετές γλώσσες, π.χ. γαλλ. comique, αγγλ. comic, γερμ. komisch, ισπ. cómico κ.ά.
ΕΤΥΜ. ΠΕΔΙΟ
κωμικ-ότητα.
ΣΥΝΘ. κωμικο-τραγικός, λόγ. [1888], μεταφορά τού ελληνογενούς γαλλ. tragicomique, με αντιστροφή των συστατικών μερών.
ΣΗΜΑΣΙΟΛΟΓΙΚΗ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΗ
κωμικός, αστείος, χωρατό
Είναι ενδιαφέρον ότι τρεις ελληνικές λέξεις που δηλώνουν την πρόκληση γέλιου σχετίζονται ετυμολογικά με όρους που δηλώνουν τόπο, κατοικία ή οικισμό. Η λ. αστείος προέρχεται από το άστυ, η λ. κωμικός ανάγεται στην κώμη (πβ. κ. κωμωδία), το δε ουσ. χωρατό προέρχεται από τη λ. χώρα. Για τη σημασιολογική εξέλιξη EΣΧΟΛΙΟ λ. αστείος.