ΕΤΥΜ. < αρχ. γήπεδον < γῆ+ πέδον «έδαφος», για το οποίο βλ.λ. πεδίο, πβ. κ. αρχ. δά-πεδον, οἰκό-πεδον.
ΣΗΜΑΣ. αρχική σημ. «χωράφι, έκταση γης» (διέφερε από το οἰκόπεδον, στο οποίο υπήρχε κατοικία, όπως φαίνεται από τη διευκρίνιση τού ρήτορα Δεινάρχου: γήπεδον τὸ χωρίον, ὥσπερ καὶ οἰκόπεδον τὸ γῇ καὶ οἰκήμασιν ἀπαρτιζόμενον) àελνστ. σημ. «κήπος ή αγροκήπιο κοντά σε κατοικία» (πβ. Φρυνίχ. Σοφ. προπαρ. 57: διαφέρει γήπεδον οἰκοπέδου. οἰκόπεδον γὰρ οἰκίας κατερριμένης ἔδαφος, γήπεδα δὲ τὰἐν ταῖς πόλεσι προσκείμενα ταῖς οἰκίαις κηπία) àσύγχρ. σημ. «χώρος αθλοπαιδιάς και αγώνων» (με επίδρ. τού γαλλ. terrain).
ΕΤΥΜ. ΠΕΔΙΟ
γηπεδ-ικός,λόγ. [1840].
ΣΥΝΘ. γηπεδ-ούχος.
ΑΠΟ ΤΗΝ ΙΔΙΑ ΡΙΖΑ
χειμερινός, χειμώνας, χειμάζω, χειμαδειό, χιόνι, χίμαιρα – hiver, invierno, Ιμαλάια…
Σε αυτή την ετυμολογική οικογένεια περιλαμβάνονται λέξεις που συνδέονται με τον πάγο, το κρύο και την εποχή τού χειμώνα. Αφετηρία τους αποτελεί η Ι.Ε. ρίζα *ghei-m- «χειμώνας – παγετός, χιόνι», την οποία αναγνωρίζουμε ευθύς αμέσως στο αρχ. ουσιαστικό χεῖμ-α, -ατος «χειμώνας – ψύχος, παγετός», που υπάρχει στο σύνθετο χείμα-ρρος (επίσης χειμά-ρροος, χειμά-ρρους). Περισσότερο γνωστά όμως είναι τα ακόλουθα ομόρριζα:
1) από θέμα χειμ- (*ghei-m-): αρχ. χειμ-ών(ας), χειμ-έρ-ιος «χειμωνιάτικος, θυελλώδης» (με πρόσφυμα -ερ-), χειμ-ερ-ινός (με πρόσφυμα -ερ-), χειμ-άζω (-ομαι), χειμ-άδιον (> μεσν. χειμαδεῖον > χειμαδειό).
2) από θέμα χιμ- (μεταπτωτική βαθμίδα *ghi-m-): αρχ. χίμ-αιρα «αίγα γεννημένη τον προηγούμενο χειμώνα – μυθικό τέρας» (< *χίμ-αρ-jα), χίμ-ετλο(ν) «χιονίστρα», χιών, -όνος «χιόνι» (< *χιώμ, -όμος).
Στην ίδια ρίζα ανάγονται οι λατ. λέξεις hiems «χειμώνας» και hibernus «χειμερινός» (από τη φρ. hibernus (tempus) «χειμερινός (καιρός)» προήλθαν λέξεις με σημασία «χειμώνας»: γαλλ. hiver, ισπ. invierno, ιταλ. inverno). Θα πρέπει να σημειωθεί επίσης ότι το τοπωνύμιο Ιμαλάια, που αναφέρεται στην υψηλότερη οροσειρά τής Γης, ανάγεται στο σανσκρ. himālayah «κατοικία τού χιονιού», τού οποίου το α΄ συνθετικό himāh «χιόνι» εντάσσεται στην ίδια ετυμολογική οικογένεια.