Diavasame.gr
Έχουμε διαβάσει 736 βιβλία!!
θέλετε να λαμβάνετε
το newsletter μας;
LOGIN:


Συμβαίνουν γύρω μας
  • ΝΑ ΜΗΝ ΞΕΧΑΣΩ - Αύγουστος

    Γεγονότα, που σημάδεψαν λίγο ή πολύ το μήνα που πέρασε. Γράφει μια φορά τον μήνα και κάθε μήνα, ο Στέφανος Ξένος.                                                    ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΤΟ ΕΔΩ:

     

     

     

     

     

  • ΝΑ ΜΗΝ ΞΕΧΑΣΩ - Αύγουστος

    Γεγονότα, που σημάδεψαν λίγο ή πολύ το μήνα που πέρασε.   Γράφει μια φορά τον μήνα και κάθε μήνα, ο Στέφανος Ξένος.

                                    ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΔΩ:

     

Λέξη της Εβδομάδας

Κάθε λέξη, κάθε φράση κρύβει μια –μικρή ή μεγάλη- ιστορία. Πώς γεννήθηκε, πότε, πώς εξελίχθηκε, πώς μεταβλήθηκε, πώς ταξίδεψε σε άλλες γλώσσες... Στη στήλη αυτή, θα δίνουμε κάθε εβδομάδα σύντομα σχόλια για όψεις της πορείας διαφόρων λέξεων και φράσεων. Τα σχόλια προέρχονται -συχνά με μικρές τροποποιήσεις- από τα λεξικά:

Γ. Μπαμπινιώτη - Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας
Γ. Μπαμπινιώτη - Λεξικό για το Σχολείο και το Γραφείο,
Γ. Μπαμπινιώτη - Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας

των εκδόσεων του Κέντρου Λεξικολογίας (βλ. www.lexicon.gr).

Αυτή την εβδομάδα, η λέξη:

γήπεδο
ΕΤΥΜ. < αρχ. γήπεδον < γ+ πέδον «έδαφος», για το οποίο βλ.λ. πεδίο, πβ. κ. αρχ. δά-πεδον, οκό-πεδον.
ΣΗΜΑΣ. αρχική σημ. «χωράφι, έκταση γης» (διέφερε από το οκόπεδον, στο οποίο υπήρχε κατοικία, όπως φαίνεται από τη διευκρίνιση τού ρήτορα Δεινάρχου: γπεδον τ χωρον, σπερ κα οκπεδον τ γ κα οκμασιν παρτιζμενον) àελνστ. σημ. «κήπος ή αγροκήπιο κοντά σε κατοικία» (πβ. Φρυνίχ. Σοφ. προπαρ. 57: διαφέρει γπεδον οκοπδου. οκόπεδον γρ οκας κατερριμνης δαφος, γπεδα δ τν τας πλεσι προσκεμενα τας οκαις κηπα) àσύγχρ. σημ. «χώρος αθλοπαιδιάς και αγώνων» (με επίδρ. τού γαλλ. terrain).
ΕΤΥΜ. ΠΕΔΙΟ
γηπεδ-ικός,λόγ. [1840].
ΣΥΝΘ. γηπεδ-ούχος.
 
ΑΠΟ ΤΗΝ ΙΔΙΑ ΡΙΖΑ
χειμερινός, χειμώνας, χειμάζω, χειμαδειό, χιόνι, χίμαιρα – hiver, invierno, Ιμαλάια…
Σε αυτή την ετυμολογική οικογένεια περιλαμβάνονται λέξεις που συνδέονται με τον πάγο, το κρύο και την εποχή τού χειμώνα. Αφετηρία τους αποτελεί η Ι.Ε. ρίζα *ghei-m- «χειμώνας – παγετός, χιόνι», την οποία αναγνωρίζουμε ευθύς αμέσως στο αρχ. ουσιαστικό χεμ-α, -ατος «χειμώνας – ψύχος, παγετός», που υπάρχει στο σύνθετο χείμα-ρρος (επίσης χειμά-ρροος, χειμά-ρρους). Περισσότερο γνωστά όμως είναι τα ακόλουθα ομόρριζα:
1) από θέμα χειμ- (*ghei-m-): αρχ. χειμ-ών(ας), χειμ-έρ-ιος «χειμωνιάτικος, θυελλώδης» (με πρόσφυμα -ερ-), χειμ-ερ-ινός (με πρόσφυμα -ερ-), χειμ-άζω (-ομαι), χειμ-άδιον (> μεσν. χειμαδεον > χειμαδειό).
2) από θέμα χιμ- (μεταπτωτική βαθμίδα *ghi-m-): αρχ. χίμ-αιρα «αίγα γεννημένη τον προηγούμενο χειμώνα – μυθικό τέρας» (< *χίμ-αρ-jα), χίμ-ετλο(ν) «χιονίστρα», χιών, -όνος «χιόνι» (< *χιώμ, -όμος).
Στην ίδια ρίζα ανάγονται οι λατ. λέξεις hiems «χειμώνας» και hibernus «χειμερινός» (από τη φρ. hibernus (tempus) «χειμερινός (καιρός)» προήλθαν λέξεις με σημασία «χειμώνας»: γαλλ. hiver, ισπ. invierno, ιταλ. inverno). Θα πρέπει να σημειωθεί επίσης ότι το τοπωνύμιο Ιμαλάια, που αναφέρεται στην υψηλότερη οροσειρά τής Γης, ανάγεται στο σανσκρ. himālayah «κατοικία τού χιονιού», τού οποίου το α΄ συνθετικό himāh «χιόνι» εντάσσεται στην ίδια ετυμολογική οικογένεια.
 Αρχείο με λέξεις
•  πυγμαλίων
•  προάστιο ή προάστειο
•  πλαγκτόν
•  άρες μάρες κουκουνάρες
•  τυρί
•  τσιγγάνος
•  μπικίνι
•  αρτζιμπούρτζι
•  αρουραίος - ποντικός
•  στιβάδα ή στοιβάδα;
•  μασόνος
•  καμικάζι
•  θραύω, θρύμμα, τρυφερός, τρυφηλός
•  βούλλα ή βούλα
•  δυτικός
•  κωμικός
•  γήπεδο
•  αρλεκίνος
•  ουσιώδης – ουσιαστικός
•  -οια: ουσιαστικά σε -οια.
•  νομίζω: συνώνυμα
•  μοτοσυκλέτα ή μοτοσικλέτα, στυλ ή στιλ, στυλό ή στιλό;
•  μεγέθυνση ή μεγένθυνση, εμβάθυνση ή εμβάνθυνση;
•  λυπάμαι: συνώνυμα
•  λακέρδα και σαύρα!
•  κτήριο ή κτίριο;
•  κοροϊδία: συνώνυμα
•  κλείνω – κλείω
•  κατάκτηση – εκμάθηση
•  καμπή – γάμπα – ζαμπόν – ζάντα
•  θερμότητα – ψύξη: κλιμάκωση
•  -ίστικος
•  ηγούμαι: παράγωγα – σύνθετα
•  ζεματώ – ζεματίζω
•  -εσα αντί -ησα (τύπος: φόρ-εσα).
•  επίδοξος – επίζηλος
•  εξοφλώ – ξοφλώ
•  Eλληνικός ή ελληνικός;
•  έλλειψη – έλλειμμα
•  εαυτός – καθ’ εαυτός / καθαυτός – καθ’ εαυτό / καθαυτό – καθ’ εαυτού / καθαυτού
•  δομή – υφή – σύσταση – σύνθεση – διάρθρωση
•  διαρρέω: παράγωγα
•  διάλεκτος – κοινόλεκτος – ιδιόλεκτος – κοινωνιόλεκτος – ιδίωμα – ντοπιολαλιά – κοινή – αργκό.
•  διαβάζω: συνώνυμα
•  δέρμα – επιδερμίδα – πετσί
•  δάνειο – δάνειος – δανεικός.
•  βιομήχανος
•  συντρέξω – συνδράμω
•  σορός – σωρός
•  βρόχος – βρόγχος
•  βρίθω + γενική
•  βόμβα ή μπόμπα;
•  βιοπαλαιστής
•  Σύρος – Συρία, Σύριος – Σύρος, Συριανός – συριακός
•  συμπόνια ή συμπόνοια
•  συμπάθεια: συνώνυμα
•  συμβατικός – συμβατός – αυθαίρετος
•  συγγνώμη
•  στρογγυλός – στρογγύλος – στρόγγυλος
•  στοίχος – στίχος: παράγωγα – σύνθετα
•  σπίτι: συνώνυμα
•  σεισμογενής – σεισμογόνος.
•  σαύρα – γουστέρα κ.ά
•  σατιρικός – σατυρικός.
•  πανεπιστήμιο
•  βιολογία
•  αυτόπτης
•  αυτόφωρος
•  ρύμη
•  αυλή – αυλαία – έπαυλη.
•  δραστικός – δραματικός
•  Bλάχοι – Oυαλοί – Bαλλόνοι
•  δεκανέας - δεκανίκι


Site by Nitor Systems