Κάθε λέξη, κάθε φράση κρύβει μια –μικρή ή μεγάλη- ιστορία. Πώς γεννήθηκε, πότε, πώς εξελίχθηκε, πώς μεταβλήθηκε, πώς ταξίδεψε σε άλλες γλώσσες... Στη στήλη αυτή, θα δίνουμε κάθε εβδομάδα σύντομα σχόλια για όψεις της πορείας διαφόρων λέξεων και φράσεων. Τα σχόλια προέρχονται -συχνά με μικρές τροποποιήσεις- από τα λεξικά:
Γ. Μπαμπινιώτη - Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας
Γ. Μπαμπινιώτη - Λεξικό για το Σχολείο και το Γραφείο,
Γ. Μπαμπινιώτη - Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας
των εκδόσεων του Κέντρου Λεξικολογίας (βλ. www.lexicon.gr).
Αυτή την εβδομάδα, η λέξη:
μεγέθυνση ή μεγένθυνση, εμβάθυνση ή εμβάνθυνση;
Aκούγεται συχνά –και ενίοτε γράφεται –μεγένθυνση ή και μεγένθυση αντί τού ορθού
μεγέθ-υνση, καθώς και εμβάνθυνση αντί τού σωστού
εμβάθ-υνση. Για να αποφεύγεται το λάθος, πρέπει να θυμάται κανείς ότι η λ. παράγεται από το ρήμα
μεγεθ-ύνω, που και αυτό όπως και η λ.
μέγεθ-ος δεν έχουν -ν-: μέγεθ-ος > μεγεθ-ύνω > μεγέθ-υνση και βαθ-ύς > εμβαθ-ύνω > εμβάθ-υνση. Tο
-ν- στα παράγωγα αυτά προέρχεται από το επίθημα -
ύνω, με το οποίο σχηματίζονται τα ρήματα από όπου παράγονται: (ευθ-ύς) διευθ-ύνω >
διεύθυν-ση, (βραδ-ύς) επιβραδ-ύνω >
επιβράδυν-ση, (μήκ-ος) επιμηκ-ύνω >
επιμήκυν-ση, (αμβλ-ύς) αμβλ-ύνω >
άμβλυν-ση, (εύκολ-ος) διευκολ-ύνω >
διευκόλυν-ση, (οξ-ύς) οξ-ύνω >
όξυν-ση, (ομαλ-ός) εξομαλ-ύνω >
εξομάλυν-ση, (θάρρ-ος) ενθαρρ-ύνω >
ενθάρρυν-ση, (ευρ-ύς) διευρ-ύνω >
διεύρυν-ση κ.λπ.