Κάθε λέξη, κάθε φράση κρύβει μια –μικρή ή μεγάλη- ιστορία. Πώς γεννήθηκε, πότε, πώς εξελίχθηκε, πώς μεταβλήθηκε, πώς ταξίδεψε σε άλλες γλώσσες... Στη στήλη αυτή, θα δίνουμε κάθε εβδομάδα σύντομα σχόλια για όψεις της πορείας διαφόρων λέξεων και φράσεων. Τα σχόλια προέρχονται -συχνά με μικρές τροποποιήσεις- από τα λεξικά:
Γ. Μπαμπινιώτη - Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας
Γ. Μπαμπινιώτη - Λεξικό για το Σχολείο και το Γραφείο,
Γ. Μπαμπινιώτη - Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας
των εκδόσεων του Κέντρου Λεξικολογίας (βλ. www.lexicon.gr).
Αυτή την εβδομάδα, η λέξη:
λυπάμαι: συνώνυμα
Tο ρήμα
λυπάμαι έχει διττή λειτουργία και σημασία: ως αμετάβατο ρ. σημαίνει «αισθάνομαι λύπη», ενώ ως μεταβατικό ρ. χρησιμοποιείται ιδίως σε επικλήσεις/παρακλήσεις (λυπήσου / λυπηθείτε μας – τη λυπήθηκαν) για να σημάνει «βοηθώ κάποιον από λύπη, με διάθεση να ανακουφίσω τον πόνο του, να συμπαρασταθώ στην ανάγκη του». Με τη β? (μεταβατική) σημασία χρησιμοποιούνται και το
σπλαχνίζομαι (Σπλαχνίσου μας! – Τον σπλαχνίστηκαν οι συγχωριανοί του) και λιγότερο το
ευσπλαχνίζομαι. Δηλώνουν και αυτά την έμπρακτη συμπαράσταση και λύπη για την κατάσταση κάποιου. Tο ίδιο και το συμπονώ που, από τη συμμετοχή στον πόνο κάποιου, φθάνει στη σημασία «συμπαρίσταμαι ενεργώς, βοηθάω κάποιον». Tο ελεώ σήμερα χρησιμοποιείται κυρίως με τη σημασία «προσφέρω ελεημοσύνη, δίνω χρηματική βοήθεια» και, λιγότερο, με τη σημ. «λυπάμαι, βοηθώ» (Ο Θεός να σε ελεήσει). Συναίσθημα λύπης (οίκτου) μαζί με έναν βαθμό καταφρόνιας για την κατάντια κάποιου δηλώνουν το
οικτίρω (Είναι να τους οικτίρει κανείς εκεί που οδήγησαν μια επιχείρηση που ανθούσε μέχρι πριν από λίγο) και λιγότερο το
ελεεινολογώ που εκφράζει περισσότερο λύπη και καταφρόνια ανάμικτη με αγανάκτηση (Όλοι τον ελεεινολογούν που άφησε τον τραυματία να πεθάνει αβοήθητος αντί να τον μεταφέρει στο νοσοκομείο).