Κάθε λέξη, κάθε φράση κρύβει μια –μικρή ή μεγάλη- ιστορία. Πώς γεννήθηκε, πότε, πώς εξελίχθηκε, πώς μεταβλήθηκε, πώς ταξίδεψε σε άλλες γλώσσες... Στη στήλη αυτή, θα δίνουμε κάθε εβδομάδα σύντομα σχόλια για όψεις της πορείας διαφόρων λέξεων και φράσεων. Τα σχόλια προέρχονται -συχνά με μικρές τροποποιήσεις- από τα λεξικά:
Γ. Μπαμπινιώτη - Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας
Γ. Μπαμπινιώτη - Λεξικό για το Σχολείο και το Γραφείο,
Γ. Μπαμπινιώτη - Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας
των εκδόσεων του Κέντρου Λεξικολογίας (βλ. www.lexicon.gr).
Αυτή την εβδομάδα, η λέξη:
κτήριο ή κτίριο;
Tο ρ.
κτίζω δεν μπορεί να δώσει παράγωγα με ανύπαρκτη κατάληξη -
ριο! Δεν μπορούμε δηλ. να έχουμε
κτί-ριο. Tο κτίζω θα μπορούσε μόνο να δώσει
κτιστήριο (πβ. φροντίζω – φροντιστήριο, καθαρίζω – καθαριστήριο, σκαλίζω – σκαλιστήρι(ο) κ.τ.ό.), τύπος που ούτε κι αυτός μαρτυρείται να υπάρχει. Άρα η λ. έχει διαφορετική ετυμολογική προέλευση και, επομένως, διαφορετική ορθογραφία. Παράγεται είτε από το οικώ >
οικητήριο > *οικτήριο (με συγκοπή τού -η-) >
κτήριο (με σίγηση τού άτονου αρκτικού φωνήεντος? πβ. ημέρα > μέρα, υγεία > γεια, ερωτώ > ρωτώ, αιγιαλός > γιαλός κ.λπ.) είτε από το
ευκτήριον (οίκημα) = [efktirion] *φκτήριο = [fκtirio] (με σίγηση τού άτονου αρκτικού φωνήεντος) >
κτήριο. Eίτε παράγεται από το οικητήριο είτε από το ευκτήριο, η λέξη πρέπει να γράφεται με -η-: κτήριο.