Diavasame.gr
Έχουμε διαβάσει 736 βιβλία!!
θέλετε να λαμβάνετε
το newsletter μας;
LOGIN:


Συμβαίνουν γύρω μας
  • ΝΑ ΜΗΝ ΞΕΧΑΣΩ - Αύγουστος

    Γεγονότα, που σημάδεψαν λίγο ή πολύ το μήνα που πέρασε. Γράφει μια φορά τον μήνα και κάθε μήνα, ο Στέφανος Ξένος.                                                    ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΤΟ ΕΔΩ:

     

     

     

     

     

  • ΝΑ ΜΗΝ ΞΕΧΑΣΩ - Αύγουστος

    Γεγονότα, που σημάδεψαν λίγο ή πολύ το μήνα που πέρασε.   Γράφει μια φορά τον μήνα και κάθε μήνα, ο Στέφανος Ξένος.

                                    ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΔΩ:

     

Λέξη της Εβδομάδας

Κάθε λέξη, κάθε φράση κρύβει μια –μικρή ή μεγάλη- ιστορία. Πώς γεννήθηκε, πότε, πώς εξελίχθηκε, πώς μεταβλήθηκε, πώς ταξίδεψε σε άλλες γλώσσες... Στη στήλη αυτή, θα δίνουμε κάθε εβδομάδα σύντομα σχόλια για όψεις της πορείας διαφόρων λέξεων και φράσεων. Τα σχόλια προέρχονται -συχνά με μικρές τροποποιήσεις- από τα λεξικά:

Γ. Μπαμπινιώτη - Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας
Γ. Μπαμπινιώτη - Λεξικό για το Σχολείο και το Γραφείο,
Γ. Μπαμπινιώτη - Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας

των εκδόσεων του Κέντρου Λεξικολογίας (βλ. www.lexicon.gr).

Αυτή την εβδομάδα, η λέξη:

κοροϊδία: συνώνυμα
Aνάλογα με το αν προκαλούν την αίσθηση τού γέλιου ή τού γελοίου, οι λέξεις που δηλώνουν κοροϊδία διακρίνονται χονδρικά σε δύο ομάδες: σ’ αυτές που ενέχουν το γέλιο, έμμεσα ή άμεσα (κοροϊδία – ειρωνεία – σάτιρα – διακωμώδηση – γελοιοποίηση – περιγέλασμα – σκώμμα) και σ’ αυτές που δεν συνδέονται με την έννοια τού γέλιου ή τού γελοίου (σαρκασμός – χλεύη/χλευασμός – εμπαιγμός). H ειρωνεία διαφέρει των άλλων? είναι έμμεσος τρόπος κοροϊδίας, όπου το νόημα κρύβεται κάτω από τα λόγια, δεν παύει όμως να είναι κατανοητό για τον ακροατή. H σάτιρα έχει άμεσο χαρακτήρα και δημόσιο, κατά κανόνα, βήμα (θέατρο, M.M.E.)? κοροϊδεύει πρόσωπα και πράγματα, προκαλώντας γέλιο, με σκοπό συνήθ. να διορθώσει τα κακώς κείμενα. H διακωμώδηση πλησιάζει πολύ στη σημ. τής σάτιρας, έχοντας άμεσο χαρακτήρα και δημόσια, συνήθως, εκφορά. H γελοιοποίηση έχει γενικότερο χαρακτήρα, προκαλεί δυσμενή εντύπωση για κάποιον που φθάνει τα όρια τού γελοίου. Tο ίδιο και το περιγέλασμα, που χρησιμοποιείται σε απλούστερο λόγο ή στη λογοτεχνία. Tο σκώμμα είναι το κοροϊδευτικό πείραγμα που αποσκοπεί κι αυτό στην πρόκληση δυσμενών εντυπώσεων εις βάρος κάποιου προσώπου. H άλλη σειρά των κοροϊδευτικών λέξεων δεν συνδέεται με γέλιο, αλλά με έντονη επίκριση κάποιου, που στην οξύτερη μορφή της φθάνει στον σαρκασμό (κυριολ. σημ. «ξέσχισμα», το σκίσιμο τής σάρκας), την έντονα επιθετική και σκληρή επίκριση κάποιου. H χλεύη και ο χλευασμός ενέχουν επίκριση με έντονο τον χαρακτήρα τής περιφρόνησης και τής μείωσης, ενώ στον εμπαιγμό η επίκριση έχει έντονα προσβλητικό χαρακτήρα. H λέξη κοροϊδία (από το κορόιδο < *κουρό-γιδο «κουρεμένο γίδι») είναι η γενική νεότερη λ. που δηλώνει, στον προφορικό ιδίως λόγο, όλο το φάσμα τής επίκρισης και τής πρόκλησης δυσμενών εντυπώσεων, με ή χωρίς γέλιο.
 Αρχείο με λέξεις
•  πυγμαλίων
•  προάστιο ή προάστειο
•  πλαγκτόν
•  άρες μάρες κουκουνάρες
•  τυρί
•  τσιγγάνος
•  μπικίνι
•  αρτζιμπούρτζι
•  αρουραίος - ποντικός
•  στιβάδα ή στοιβάδα;
•  μασόνος
•  καμικάζι
•  θραύω, θρύμμα, τρυφερός, τρυφηλός
•  βούλλα ή βούλα
•  δυτικός
•  κωμικός
•  γήπεδο
•  αρλεκίνος
•  γήπεδο
•  ουσιώδης – ουσιαστικός
•  -οια: ουσιαστικά σε -οια.
•  νομίζω: συνώνυμα
•  μοτοσυκλέτα ή μοτοσικλέτα, στυλ ή στιλ, στυλό ή στιλό;
•  μεγέθυνση ή μεγένθυνση, εμβάθυνση ή εμβάνθυνση;
•  λυπάμαι: συνώνυμα
•  λακέρδα και σαύρα!
•  κτήριο ή κτίριο;
•  κλείνω – κλείω
•  κατάκτηση – εκμάθηση
•  καμπή – γάμπα – ζαμπόν – ζάντα
•  θερμότητα – ψύξη: κλιμάκωση
•  -ίστικος
•  ηγούμαι: παράγωγα – σύνθετα
•  ζεματώ – ζεματίζω
•  -εσα αντί -ησα (τύπος: φόρ-εσα).
•  επίδοξος – επίζηλος
•  εξοφλώ – ξοφλώ
•  Eλληνικός ή ελληνικός;
•  έλλειψη – έλλειμμα
•  εαυτός – καθ’ εαυτός / καθαυτός – καθ’ εαυτό / καθαυτό – καθ’ εαυτού / καθαυτού
•  δομή – υφή – σύσταση – σύνθεση – διάρθρωση
•  διαρρέω: παράγωγα
•  διάλεκτος – κοινόλεκτος – ιδιόλεκτος – κοινωνιόλεκτος – ιδίωμα – ντοπιολαλιά – κοινή – αργκό.
•  διαβάζω: συνώνυμα
•  δέρμα – επιδερμίδα – πετσί
•  δάνειο – δάνειος – δανεικός.
•  βιομήχανος
•  συντρέξω – συνδράμω
•  σορός – σωρός
•  βρόχος – βρόγχος
•  βρίθω + γενική
•  βόμβα ή μπόμπα;
•  βιοπαλαιστής
•  Σύρος – Συρία, Σύριος – Σύρος, Συριανός – συριακός
•  συμπόνια ή συμπόνοια
•  συμπάθεια: συνώνυμα
•  συμβατικός – συμβατός – αυθαίρετος
•  συγγνώμη
•  στρογγυλός – στρογγύλος – στρόγγυλος
•  στοίχος – στίχος: παράγωγα – σύνθετα
•  σπίτι: συνώνυμα
•  σεισμογενής – σεισμογόνος.
•  σαύρα – γουστέρα κ.ά
•  σατιρικός – σατυρικός.
•  πανεπιστήμιο
•  βιολογία
•  αυτόπτης
•  αυτόφωρος
•  ρύμη
•  αυλή – αυλαία – έπαυλη.
•  δραστικός – δραματικός
•  Bλάχοι – Oυαλοί – Bαλλόνοι
•  δεκανέας - δεκανίκι


Site by Nitor Systems