Κάθε λέξη, κάθε φράση κρύβει μια –μικρή ή μεγάλη- ιστορία. Πώς γεννήθηκε, πότε, πώς εξελίχθηκε, πώς μεταβλήθηκε, πώς ταξίδεψε σε άλλες γλώσσες... Στη στήλη αυτή, θα δίνουμε κάθε εβδομάδα σύντομα σχόλια για όψεις της πορείας διαφόρων λέξεων και φράσεων. Τα σχόλια προέρχονται -συχνά με μικρές τροποποιήσεις- από τα λεξικά:
Γ. Μπαμπινιώτη - Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας
Γ. Μπαμπινιώτη - Λεξικό για το Σχολείο και το Γραφείο,
Γ. Μπαμπινιώτη - Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας
των εκδόσεων του Κέντρου Λεξικολογίας (βλ. www.lexicon.gr).
Αυτή την εβδομάδα, η λέξη:
κλείνω – κλείω
Όπως συμβαίνει και με άλλα ρήματα (δίνω – δίδω, λύνω – λύω, στέλνω – στέλλω κ.λπ.), τα περισσότερα σύνθετα διατηρούν τον αρχικό τύπο τού ρήματος (εδώ τού
κλείω) και όχι τον νεότερο τύπο (
κλείνω). Έτσι έχουμε: απο-κλείω, εγ-κλείω, εμ-περι-κλείω, περι-κλείω και (το νεότ.) εσω-κλείω, ενώ από το κλείνω έχουμε μόνο το νεότ. ανοιγοκλείνω. Συχνά συγχέεται ο αόριστος τού κλείνω με το ομόηχο
κλίνω, που έχει διαφορετική σημασία. Έτσι ακούγονται φράσεις όπως «έκλεισα όλα τα ρήματα» (!) αντί τού «έκλινα όλα τα ρήματα» ή «κλείσε το όνομα χειμώνας» (!) αντί «κλίνε το όνομα χειμώνας». Aυτό συμβαίνει προφανώς γιατί τα δύο ρήματα συμπίπτουν ακουστικά στον ενεστώτα (κλείνω = κλίνω) και στον παρατατικό (έκλεινα = έκλινα).