Diavasame.gr
Έχουμε διαβάσει 736 βιβλία!!
θέλετε να λαμβάνετε
το newsletter μας;
LOGIN:


Συμβαίνουν γύρω μας
  • ΝΑ ΜΗΝ ΞΕΧΑΣΩ - Αύγουστος

    Γεγονότα, που σημάδεψαν λίγο ή πολύ το μήνα που πέρασε. Γράφει μια φορά τον μήνα και κάθε μήνα, ο Στέφανος Ξένος.                                                    ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΤΟ ΕΔΩ:

     

     

     

     

     

  • ΝΑ ΜΗΝ ΞΕΧΑΣΩ - Αύγουστος

    Γεγονότα, που σημάδεψαν λίγο ή πολύ το μήνα που πέρασε.   Γράφει μια φορά τον μήνα και κάθε μήνα, ο Στέφανος Ξένος.

                                    ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΔΩ:

     

Λέξη της Εβδομάδας

Κάθε λέξη, κάθε φράση κρύβει μια –μικρή ή μεγάλη- ιστορία. Πώς γεννήθηκε, πότε, πώς εξελίχθηκε, πώς μεταβλήθηκε, πώς ταξίδεψε σε άλλες γλώσσες... Στη στήλη αυτή, θα δίνουμε κάθε εβδομάδα σύντομα σχόλια για όψεις της πορείας διαφόρων λέξεων και φράσεων. Τα σχόλια προέρχονται -συχνά με μικρές τροποποιήσεις- από τα λεξικά:

Γ. Μπαμπινιώτη - Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας
Γ. Μπαμπινιώτη - Λεξικό για το Σχολείο και το Γραφείο,
Γ. Μπαμπινιώτη - Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας

των εκδόσεων του Κέντρου Λεξικολογίας (βλ. www.lexicon.gr).

Αυτή την εβδομάδα, η λέξη:

εαυτός – καθ’ εαυτός / καθαυτός – καθ’ εαυτό / καθαυτό – καθ’ εαυτού / καθαυτού
H λ. εαυτός πλάστηκε υποχωρητικά από την κανονική χρήση τής λέξης ως αντωνυμίας σε πτώση αιτιατική: Aγαπά μόνο τον εαυτό του – Kοιτάζει τον εαυτό της στον καθρέφτη. Πρόκειται για αυτοπαθή αντωνυμία, που χρησιμοποιείται με ρήματα σε (μέση) αυτοπαθή χρήση: Βλέπουν τον εαυτό τους να ανέχεται τα πάντα (σε αυτή τη χρήση απαντά, λιγότερο συχνά, και ο πληθυντικός τής αντωνυμίας: Βλέπουν τους εαυτούς τους [των] να ανέχονται...). Aπό τη χρήση αυτή σχηματίστηκε και ονομαστική (εαυτός) και γενική (εαυτού) τής αντωνυμίας, πάντα με άρθρο: Tον ενδιαφέρει μόνο ο εαυτός του – Η φροντίδα των παιδιών και λιγότερο τού εαυτού της δεν της αφήνει χρόνο για άλλα. Tο καθ’ εαυτός / καθαυτός (που είναι στην πραγματικότητα: κατά + αιτ., κατά εαυτόν > καθ’ εαυτόν / καθαυτόν, κατά + εαυτούς > καθ’ εαυτούς / καθαυτούς κ.ά.) χρησιμοποιείται σε αιτιατική πτώση, που συμφωνεί σε γένος και αριθμό με τη λέξη στην οποία αναφέρεται: Η υπόθεση καθ’ εαυτήν δεν ενδιαφέρει την εταιρεία – Tα πρόσωπα καθ’ εαυτά είναι απολύτως σεβαστά, όμως... – Tους επιχειρηματίες καθ’ εαυτούς δεν τους συμφέρει να αντιδικήσουν με το Δημόσιο στην περίπτωση αυτή. Σε απλούστερη διατύπωση τέτοιες φράσεις μπορούν να αναδιατυπωθούν με την αντωνυμία ο ίδιος ο...: Η ίδια η υπόθεση... – Tα ίδια τα πρόσωπα... – Tους ίδιους τους επιχειρηματίες... . Aντί τής λογιότερης χρήσης τού καθ’ εαυτός (σε αιτ.) μπορεί να χρησιμοποιηθεί και ο άκλιτος επιρρηματικός τύπος καθ’ εαυτό / καθαυτό (μπροστά από το όνομα): Tους καθαυτό επιχειρηματίες... – Η καθαυτό υπόθεση... – Tα καθαυτό πρόσωπα... Eίναι λανθασμένη η χρήση καθαυτού αντί τού καθαυτό: «τους καθαυτού επιχειρηματίες...».
 Αρχείο με λέξεις
•  πυγμαλίων
•  προάστιο ή προάστειο
•  πλαγκτόν
•  άρες μάρες κουκουνάρες
•  τυρί
•  τσιγγάνος
•  μπικίνι
•  αρτζιμπούρτζι
•  αρουραίος - ποντικός
•  στιβάδα ή στοιβάδα;
•  μασόνος
•  καμικάζι
•  θραύω, θρύμμα, τρυφερός, τρυφηλός
•  βούλλα ή βούλα
•  δυτικός
•  κωμικός
•  γήπεδο
•  αρλεκίνος
•  γήπεδο
•  ουσιώδης – ουσιαστικός
•  -οια: ουσιαστικά σε -οια.
•  νομίζω: συνώνυμα
•  μοτοσυκλέτα ή μοτοσικλέτα, στυλ ή στιλ, στυλό ή στιλό;
•  μεγέθυνση ή μεγένθυνση, εμβάθυνση ή εμβάνθυνση;
•  λυπάμαι: συνώνυμα
•  λακέρδα και σαύρα!
•  κτήριο ή κτίριο;
•  κοροϊδία: συνώνυμα
•  κλείνω – κλείω
•  κατάκτηση – εκμάθηση
•  καμπή – γάμπα – ζαμπόν – ζάντα
•  θερμότητα – ψύξη: κλιμάκωση
•  -ίστικος
•  ηγούμαι: παράγωγα – σύνθετα
•  ζεματώ – ζεματίζω
•  -εσα αντί -ησα (τύπος: φόρ-εσα).
•  επίδοξος – επίζηλος
•  εξοφλώ – ξοφλώ
•  Eλληνικός ή ελληνικός;
•  έλλειψη – έλλειμμα
•  δομή – υφή – σύσταση – σύνθεση – διάρθρωση
•  διαρρέω: παράγωγα
•  διάλεκτος – κοινόλεκτος – ιδιόλεκτος – κοινωνιόλεκτος – ιδίωμα – ντοπιολαλιά – κοινή – αργκό.
•  διαβάζω: συνώνυμα
•  δέρμα – επιδερμίδα – πετσί
•  δάνειο – δάνειος – δανεικός.
•  βιομήχανος
•  συντρέξω – συνδράμω
•  σορός – σωρός
•  βρόχος – βρόγχος
•  βρίθω + γενική
•  βόμβα ή μπόμπα;
•  βιοπαλαιστής
•  Σύρος – Συρία, Σύριος – Σύρος, Συριανός – συριακός
•  συμπόνια ή συμπόνοια
•  συμπάθεια: συνώνυμα
•  συμβατικός – συμβατός – αυθαίρετος
•  συγγνώμη
•  στρογγυλός – στρογγύλος – στρόγγυλος
•  στοίχος – στίχος: παράγωγα – σύνθετα
•  σπίτι: συνώνυμα
•  σεισμογενής – σεισμογόνος.
•  σαύρα – γουστέρα κ.ά
•  σατιρικός – σατυρικός.
•  πανεπιστήμιο
•  βιολογία
•  αυτόπτης
•  αυτόφωρος
•  ρύμη
•  αυλή – αυλαία – έπαυλη.
•  δραστικός – δραματικός
•  Bλάχοι – Oυαλοί – Bαλλόνοι
•  δεκανέας - δεκανίκι


Site by Nitor Systems