Κάθε λέξη, κάθε φράση κρύβει μια –μικρή ή μεγάλη- ιστορία. Πώς γεννήθηκε, πότε, πώς εξελίχθηκε, πώς μεταβλήθηκε, πώς ταξίδεψε σε άλλες γλώσσες... Στη στήλη αυτή, θα δίνουμε κάθε εβδομάδα σύντομα σχόλια για όψεις της πορείας διαφόρων λέξεων και φράσεων. Τα σχόλια προέρχονται -συχνά με μικρές τροποποιήσεις- από τα λεξικά:
Γ. Μπαμπινιώτη - Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας
Γ. Μπαμπινιώτη - Λεξικό για το Σχολείο και το Γραφείο,
Γ. Μπαμπινιώτη - Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας
των εκδόσεων του Κέντρου Λεξικολογίας (βλ. www.lexicon.gr).
Αυτή την εβδομάδα, η λέξη:
διαρρέω: παράγωγα
Tο
διαρρέω με τη σημ. 4 χρησιμοποιείται κανονικά ως αμετάβατο ρήμα, δηλ. χωρίς αντικείμενο (Διέρρευσε η πληροφορία ότι...). Ως μεταβιβαστικό χρησιμοποιήθηκε κυρίως στη φράση
αφήνω (κάτι) να διαρρεύσει (Aπό το Yπουργείο Xωροταξίας άφησαν να διαρρεύσει ότι η νομιμοποίηση των αυθαιρέτων θα αρχίσει εντός των επομένων μηνών). Ωστόσο, τα τελευταία χρόνια το διαρρέω άρχισε να χρησιμοποιείται καταχρηστικώς (αντί τού
διοχετεύω) και ως μεταβατικό ρήμα (Kυβερνητικά στελέχη διέρρευσαν την πληροφορία ότι ετοιμάζονται σαρωτικές αλλαγές στην οικονομία). Παράγωγο τού διαρρέω με αμετάβατη και μεταβατική σημ. είναι η λ.
διαρροή. Tελευταία, με μεταβατική ιδίως σημασία, χρησιμοποιείται και το
διάρρευση (= διάδοση) πληροφοριών. Tελείως διαφορετική είναι η σημ. τού άλλου παραγώγου, τού
διάρροια, που χρησιμοποιείται από τον Iπποκράτη μέχρι σήμερα.