Κάθε λέξη, κάθε φράση κρύβει μια –μικρή ή μεγάλη- ιστορία. Πώς γεννήθηκε, πότε, πώς εξελίχθηκε, πώς μεταβλήθηκε, πώς ταξίδεψε σε άλλες γλώσσες... Στη στήλη αυτή, θα δίνουμε κάθε εβδομάδα σύντομα σχόλια για όψεις της πορείας διαφόρων λέξεων και φράσεων. Τα σχόλια προέρχονται -συχνά με μικρές τροποποιήσεις- από τα λεξικά:
Γ. Μπαμπινιώτη - Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας
Γ. Μπαμπινιώτη - Λεξικό για το Σχολείο και το Γραφείο,
Γ. Μπαμπινιώτη - Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας
των εκδόσεων του Κέντρου Λεξικολογίας (βλ. www.lexicon.gr).
Αυτή την εβδομάδα, η λέξη:
διαβάζω: συνώνυμα
H έννοια τού «διαβάζω» εκφράστηκε διαφορετικά στις ευρωπαϊκές γλώσσες: άλλοτε μέσα από την έννοια τού «αναγνωρίζω – γνωρίζω», όπως στην περίπτωση τού αναγιγνώσκω / ανάγνωση? άλλοτε από την έννοια τού «περνώ μέσα από», όπως το διαβάζω (< δια-βιβάζω) και το διεξέρχομαι (ένα κείμενο) ή τα αγγλ. run through και γαλλ. parcourir «διαβάζω γρήγορα»? άλλοτε μέσα από την έννοια «συλλέγω, μαζεύω, βάζω μαζί» και «λέγω», όπως το λατ. legere, από όπου ιταλ. leggere, γαλλ. lire, ισπ. leer «διαβάζω» ή τα αγγλ. read «διαβάζω», που συνδέεται με τα γερμ. raten «συμβουλεύω» και reden «μιλώ». Στη σημερινή Ελληνική τα
διαβάζω /
διάβασμα δηλώνουν σιωπηρή ανάγνωση (από μέσα μας), το ανάγνωση εκφώνηση τού κειμένου που να παρακολουθείται από άλλους, το
διεξέρχομαι γρήγορη αλλά και επιμελημένη ανάγνωση, τα
εκφωνώ και
απαγγέλλω ανάγνωση πεζού και ποιητικού κειμένου αντιστοίχως, προοριζόμενη να ακουστεί από ακροατές, το δε
αποδίδω καλλιτεχνική επαγγελματική ανάγνωση ενός κειμένου.