Κάθε λέξη, κάθε φράση κρύβει μια –μικρή ή μεγάλη- ιστορία. Πώς γεννήθηκε, πότε, πώς εξελίχθηκε, πώς μεταβλήθηκε, πώς ταξίδεψε σε άλλες γλώσσες... Στη στήλη αυτή, θα δίνουμε κάθε εβδομάδα σύντομα σχόλια για όψεις της πορείας διαφόρων λέξεων και φράσεων. Τα σχόλια προέρχονται -συχνά με μικρές τροποποιήσεις- από τα λεξικά:
Γ. Μπαμπινιώτη - Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας
Γ. Μπαμπινιώτη - Λεξικό για το Σχολείο και το Γραφείο,
Γ. Μπαμπινιώτη - Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας
των εκδόσεων του Κέντρου Λεξικολογίας (βλ. www.lexicon.gr).
Αυτή την εβδομάδα, η λέξη:
βρίθω + γενική
Tο ρήμα
βρίθω «είμαι γεμάτος» συντάσσεται κυρίως με γενική: Tο κείμενο βρίθει λαθών – Η αίθουσα έβριθε κόσμου κ.τ.ό. Πρόκειται για αρχαία λέξη, ήδη ομηρική: τράπεζαι σίτου και κρειών (κρεάτων), ηδ’ οίνου βεβρίθασι (Oμήρ. Οδ. ο 334). Στη λόγια γλώσσα πλάστηκαν περί τα τέλη τού 19ου αι. αρκετά επίθετα σε -
βριθής που δηλώνουν «πλησμονή», «τον γεμάτο από»:
κοσμο-βριθής,
χαριτο-βριθής,
ανθο-βριθής,
μικροβιο-βριθής,
εντομο-βριθής,
αστερο-βριθής κ.ά. Aρκετά εύχρηστο είναι σήμερα το επίθ.
εμβριθής και το παράγωγο ουσ.
εμβρίθεια, που σημαίνουν αντιστοίχως «σοβαρός, βαρύνων, περισπούδαστος» και «σοβαρότητα, βαρύτητα»: Πρόκειται για εμβριθή μελέτη – Με εξέπληξε η επιστημονική του εμβρίθεια? ενίοτε χρησιμοποιείται και ειρωνικά: Είναι εμβριθής βλαξ!