Diavasame.gr
Έχουμε διαβάσει 736 βιβλία!!
θέλετε να λαμβάνετε
το newsletter μας;
LOGIN:


Συμβαίνουν γύρω μας
  • ΝΑ ΜΗΝ ΞΕΧΑΣΩ - Αύγουστος

    Γεγονότα, που σημάδεψαν λίγο ή πολύ το μήνα που πέρασε. Γράφει μια φορά τον μήνα και κάθε μήνα, ο Στέφανος Ξένος.                                                    ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΤΟ ΕΔΩ:

     

     

     

     

     

  • ΝΑ ΜΗΝ ΞΕΧΑΣΩ - Αύγουστος

    Γεγονότα, που σημάδεψαν λίγο ή πολύ το μήνα που πέρασε.   Γράφει μια φορά τον μήνα και κάθε μήνα, ο Στέφανος Ξένος.

                                    ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΔΩ:

     

Λέξη της Εβδομάδας

Κάθε λέξη, κάθε φράση κρύβει μια –μικρή ή μεγάλη- ιστορία. Πώς γεννήθηκε, πότε, πώς εξελίχθηκε, πώς μεταβλήθηκε, πώς ταξίδεψε σε άλλες γλώσσες... Στη στήλη αυτή, θα δίνουμε κάθε εβδομάδα σύντομα σχόλια για όψεις της πορείας διαφόρων λέξεων και φράσεων. Τα σχόλια προέρχονται -συχνά με μικρές τροποποιήσεις- από τα λεξικά:

Γ. Μπαμπινιώτη - Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας
Γ. Μπαμπινιώτη - Λεξικό για το Σχολείο και το Γραφείο,
Γ. Μπαμπινιώτη - Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας

των εκδόσεων του Κέντρου Λεξικολογίας (βλ. www.lexicon.gr).

Αυτή την εβδομάδα, η λέξη:

βρίθω + γενική
Tο ρήμα βρίθω «είμαι γεμάτος» συντάσσεται κυρίως με γενική: Tο κείμενο βρίθει λαθών – Η αίθουσα έβριθε κόσμου κ.τ.ό. Πρόκειται για αρχαία λέξη, ήδη ομηρική: τράπεζαι σίτου και κρειών (κρεάτων), ηδ’ οίνου βεβρίθασι (Oμήρ. Οδ. ο 334). Στη λόγια γλώσσα πλάστηκαν περί τα τέλη τού 19ου αι. αρκετά επίθετα σε -βριθής που δηλώνουν «πλησμονή», «τον γεμάτο από»: κοσμο-βριθής, χαριτο-βριθής, ανθο-βριθής, μικροβιο-βριθής, εντομο-βριθής, αστερο-βριθής κ.ά. Aρκετά εύχρηστο είναι σήμερα το επίθ. εμβριθής και το παράγωγο ουσ. εμβρίθεια, που σημαίνουν αντιστοίχως «σοβαρός, βαρύνων, περισπούδαστος» και «σοβαρότητα, βαρύτητα»: Πρόκειται για εμβριθή μελέτη – Με εξέπληξε η επιστημονική του εμβρίθεια? ενίοτε χρησιμοποιείται και ειρωνικά: Είναι εμβριθής βλαξ!
 Αρχείο με λέξεις
•  πυγμαλίων
•  προάστιο ή προάστειο
•  πλαγκτόν
•  άρες μάρες κουκουνάρες
•  τυρί
•  τσιγγάνος
•  μπικίνι
•  αρτζιμπούρτζι
•  αρουραίος - ποντικός
•  στιβάδα ή στοιβάδα;
•  μασόνος
•  καμικάζι
•  θραύω, θρύμμα, τρυφερός, τρυφηλός
•  βούλλα ή βούλα
•  δυτικός
•  κωμικός
•  γήπεδο
•  αρλεκίνος
•  γήπεδο
•  ουσιώδης – ουσιαστικός
•  -οια: ουσιαστικά σε -οια.
•  νομίζω: συνώνυμα
•  μοτοσυκλέτα ή μοτοσικλέτα, στυλ ή στιλ, στυλό ή στιλό;
•  μεγέθυνση ή μεγένθυνση, εμβάθυνση ή εμβάνθυνση;
•  λυπάμαι: συνώνυμα
•  λακέρδα και σαύρα!
•  κτήριο ή κτίριο;
•  κοροϊδία: συνώνυμα
•  κλείνω – κλείω
•  κατάκτηση – εκμάθηση
•  καμπή – γάμπα – ζαμπόν – ζάντα
•  θερμότητα – ψύξη: κλιμάκωση
•  -ίστικος
•  ηγούμαι: παράγωγα – σύνθετα
•  ζεματώ – ζεματίζω
•  -εσα αντί -ησα (τύπος: φόρ-εσα).
•  επίδοξος – επίζηλος
•  εξοφλώ – ξοφλώ
•  Eλληνικός ή ελληνικός;
•  έλλειψη – έλλειμμα
•  εαυτός – καθ’ εαυτός / καθαυτός – καθ’ εαυτό / καθαυτό – καθ’ εαυτού / καθαυτού
•  δομή – υφή – σύσταση – σύνθεση – διάρθρωση
•  διαρρέω: παράγωγα
•  διάλεκτος – κοινόλεκτος – ιδιόλεκτος – κοινωνιόλεκτος – ιδίωμα – ντοπιολαλιά – κοινή – αργκό.
•  διαβάζω: συνώνυμα
•  δέρμα – επιδερμίδα – πετσί
•  δάνειο – δάνειος – δανεικός.
•  βιομήχανος
•  συντρέξω – συνδράμω
•  σορός – σωρός
•  βρόχος – βρόγχος
•  βόμβα ή μπόμπα;
•  βιοπαλαιστής
•  Σύρος – Συρία, Σύριος – Σύρος, Συριανός – συριακός
•  συμπόνια ή συμπόνοια
•  συμπάθεια: συνώνυμα
•  συμβατικός – συμβατός – αυθαίρετος
•  συγγνώμη
•  στρογγυλός – στρογγύλος – στρόγγυλος
•  στοίχος – στίχος: παράγωγα – σύνθετα
•  σπίτι: συνώνυμα
•  σεισμογενής – σεισμογόνος.
•  σαύρα – γουστέρα κ.ά
•  σατιρικός – σατυρικός.
•  πανεπιστήμιο
•  βιολογία
•  αυτόπτης
•  αυτόφωρος
•  ρύμη
•  αυλή – αυλαία – έπαυλη.
•  δραστικός – δραματικός
•  Bλάχοι – Oυαλοί – Bαλλόνοι
•  δεκανέας - δεκανίκι


Site by Nitor Systems