Κάθε λέξη, κάθε φράση κρύβει μια –μικρή ή μεγάλη- ιστορία. Πώς γεννήθηκε, πότε, πώς εξελίχθηκε, πώς μεταβλήθηκε, πώς ταξίδεψε σε άλλες γλώσσες... Στη στήλη αυτή, θα δίνουμε κάθε εβδομάδα σύντομα σχόλια για όψεις της πορείας διαφόρων λέξεων και φράσεων. Τα σχόλια προέρχονται -συχνά με μικρές τροποποιήσεις- από τα λεξικά:
Γ. Μπαμπινιώτη - Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας
Γ. Μπαμπινιώτη - Λεξικό για το Σχολείο και το Γραφείο,
Γ. Μπαμπινιώτη - Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας
των εκδόσεων του Κέντρου Λεξικολογίας (βλ. www.lexicon.gr).
Αυτή την εβδομάδα, η λέξη:
βιοπαλαιστής
Γύρω στο 1890, για να αποδοθεί στα Ελληνικά το αγγλικό «σύνθετο εκ συναρπαγής» (από φράση)
struggleforlifer (< struggle for life), πλάστηκε το
βιοπαλαιστής και λίγο αργότερα το
βιοπαλαίω και το
βιοπάλη. Tο
βιομαχητής, που πλάστηκε αντί του
βιοπαλαιστής, αν και καλύτερα σχηματισμένο, δεν επικράτησε. Eίναι απορίας άξιον πάντως πώς δεν ενεργοποιήθηκε η αρχαία λέξη
βιοπόνος, που ετυμολογικά θα απέδιδε καλύτερα τον αγώνα για την εξασφάλιση πόρων ζωής. H εξασφάλιση των προς το ζην αποδόθηκε και με το
βιοπορισμός (1868), το δε 1896 εμφανίζεται και η λέξη
βιοποριστής. Kαι τα δύο ανάγονται στην εξεύρεση «πόρων του βίου».