Κάθε λέξη, κάθε φράση κρύβει μια –μικρή ή μεγάλη- ιστορία. Πώς γεννήθηκε, πότε, πώς εξελίχθηκε, πώς μεταβλήθηκε, πώς ταξίδεψε σε άλλες γλώσσες... Στη στήλη αυτή, θα δίνουμε κάθε εβδομάδα σύντομα σχόλια για όψεις της πορείας διαφόρων λέξεων και φράσεων. Τα σχόλια προέρχονται -συχνά με μικρές τροποποιήσεις- από τα λεξικά:
Γ. Μπαμπινιώτη - Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας
Γ. Μπαμπινιώτη - Λεξικό για το Σχολείο και το Γραφείο,
Γ. Μπαμπινιώτη - Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας
των εκδόσεων του Κέντρου Λεξικολογίας (βλ. www.lexicon.gr).
Αυτή την εβδομάδα, η λέξη:
Σύρος – Συρία, Σύριος – Σύρος, Συριανός – συριακός
Aπό το ελληνικό τοπωνύμιο
Σύρος, το επίθετο (και η ονομασία των κατοίκων) ήταν αρχικά
Σύρ-ιος (οι
Σύριοι = οι κάτοικοι τής Σύρου). Aντιθέτως, από το τοπωνύμιο
Συρία, η ονομασία του κατοίκου ήταν
Σύρ-ος (οι
Σύροι = οι κάτοικοι της Συρίας). Ωστόσο, επειδή το
Σύριος έδινε την εντύπωση ότι συνδέεται κυρίως με τη Συρία, ότι είναι το όνομα των κατοίκων της Συρίας και όχι της Σύρου, για λόγους «γλωσσικής προφύλαξης», αντί του
Σύριος χρησιμοποιήθηκε το
Συριανός κατά τα πολλά αντίστοιχα ονόματα (
Σφακιανός, Ψαριανός, Kαλαματιανός κ.λπ.). Έτσι, ελέχθη
Συριανός αντί
Σύριος (όπως και
Παριανός αντί
Πάριος), ενώ το
Σύριος χρησιμοποιείται περισσότερο για να δηλώσει (στη θέση του
Σύρος) τον κάτοικο της Συρίας. Tο επίθετο που σχηματίστηκε από το
Συρία είναι το
συριακός (
συριακή γλώσσα), ενώ από το
Σύρος το επίθετο είναι το
συριανός (
συριανό λουκούμι), απ’ όπου και το όνομα των κατοίκων (
Συριανοί).