Κάθε λέξη, κάθε φράση κρύβει μια –μικρή ή μεγάλη- ιστορία. Πώς γεννήθηκε, πότε, πώς εξελίχθηκε, πώς μεταβλήθηκε, πώς ταξίδεψε σε άλλες γλώσσες... Στη στήλη αυτή, θα δίνουμε κάθε εβδομάδα σύντομα σχόλια για όψεις της πορείας διαφόρων λέξεων και φράσεων. Τα σχόλια προέρχονται -συχνά με μικρές τροποποιήσεις- από τα λεξικά:
Γ. Μπαμπινιώτη - Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας
Γ. Μπαμπινιώτη - Λεξικό για το Σχολείο και το Γραφείο,
Γ. Μπαμπινιώτη - Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας
των εκδόσεων του Κέντρου Λεξικολογίας (βλ. www.lexicon.gr).
Αυτή την εβδομάδα, η λέξη:
συντρέξω – συνδράμω
Tο ρήμα συντρέχω με τη σημασία «βοηθώ, παραστέκομαι» σχηματίζει τους άλλους (εκτός από τον ενεστώτα και παρατατικό) χρόνους με δύο τύπους (θέματα):
συντρεξ- και
συνδραμ- (συντρέξω – συνδράμω, συνέτρεξα – συνέδραμα)? π.χ.
Είναι όλοι πρόθυμοι να συνδράμουν στην επιτυχία τού έργου – Tον συντρέξαμε με αγάπη στις δύσκολες στιγμές που πέρασε. Aπό τους δύο τύπους, το
συνδράμω /
συνέδραμα χρησιμοποιείται και σε επίσημο λόγο:
H πολιτεία θα συνδράμει κάθε προσπάθεια για την αντιμετώπιση του προβλήματος της ανεργίας. Στη φράση
συντρέχει λόγος όλοι οι χρόνοι σχηματίζονται με το θέμα
συντρεχ- /
συντρεξ-:
αν συντρέξει λόγος / δεν συνέτρεξαν λόγοι / έχουν συντρέξει σοβαροί λόγοι. Ως εκ τούτου η χρήση του τύπου
συνδράμω ως ενεστώτα, αν και πολύ συνηθισμένη, καλό είναι να αποφεύγεται από τον προσεκτικό ομιλητή.