Κάθε λέξη, κάθε φράση κρύβει μια –μικρή ή μεγάλη- ιστορία. Πώς γεννήθηκε, πότε, πώς εξελίχθηκε, πώς μεταβλήθηκε, πώς ταξίδεψε σε άλλες γλώσσες... Στη στήλη αυτή, θα δίνουμε κάθε εβδομάδα σύντομα σχόλια για όψεις της πορείας διαφόρων λέξεων και φράσεων. Τα σχόλια προέρχονται -συχνά με μικρές τροποποιήσεις- από τα λεξικά:
Γ. Μπαμπινιώτη - Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας
Γ. Μπαμπινιώτη - Λεξικό για το Σχολείο και το Γραφείο,
Γ. Μπαμπινιώτη - Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας
των εκδόσεων του Κέντρου Λεξικολογίας (βλ. www.lexicon.gr).
Αυτή την εβδομάδα, η λέξη:
συμβατικός – συμβατός – αυθαίρετος
Tο
συμβατικός σημαίνει κυρ. «κάτι που γίνεται δεκτό με ρητή ή σιωπηρή συμφωνία των μελών μιας ομάδας»: Οι χαρακτηρισμοί αυτοί έχουν συμβατικό χαρακτήρα και δεν έχουν ιδιαίτερη αποδεικτική αξία – Η σημασία της λέξης είναι καθαρώς συμβατική? δεν έχει αιτιακό χαρακτήρα. Tο
αυθαίρετος σημαίνει «κάτι που γίνεται χωρίς καμιά συμφωνία, γνώση ή συμμετοχή άλλων»: Κανείς δεν μπορεί να επιδοκιμάσει τέτοιες αυθαίρετες ενέργειες, που προσβάλλουν το κοινωνικό σύνολο. Yπ’ αυτή την έννοια το
αυθαίρετος είναι αντίθετο προς το
συμβατικός, που προϋποθέτει ευρύτερη συμμετοχή, γνώση και συμφωνία. Tο
συμβατός σημαίνει ό,τι το
συμβιβάσιμος? δηλώνει αυτό που συμβιβάζεται, συμβαδίζει, ταιριάζει με κάτι άλλο: Tο πρόγραμμα είναι συμβατό με συστήματα μηχανοργάνωσης άλλων εταιρειών (αντίθ.
ασύμβατο). Tο
συμβατός, ενώ πλάστηκε μόλις τα τελευταία χρόνια, για να δηλώσει το ξέν.
compatible, που χρησιμοποιείται κυρ. στην πληροφορική, έχει αρχίσει να χρησιμοποιείται μεταφορικώς και σε άλλες χρήσεις: Tέτοια πολιτική δεν είναι συμβατή (= σύμφωνη) με τις αρχές τού κόμματος.