Κάθε λέξη, κάθε φράση κρύβει μια –μικρή ή μεγάλη- ιστορία. Πώς γεννήθηκε, πότε, πώς εξελίχθηκε, πώς μεταβλήθηκε, πώς ταξίδεψε σε άλλες γλώσσες... Στη στήλη αυτή, θα δίνουμε κάθε εβδομάδα σύντομα σχόλια για όψεις της πορείας διαφόρων λέξεων και φράσεων. Τα σχόλια προέρχονται -συχνά με μικρές τροποποιήσεις- από τα λεξικά:
Γ. Μπαμπινιώτη - Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας
Γ. Μπαμπινιώτη - Λεξικό για το Σχολείο και το Γραφείο,
Γ. Μπαμπινιώτη - Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας
των εκδόσεων του Κέντρου Λεξικολογίας (βλ. www.lexicon.gr).
Αυτή την εβδομάδα, η λέξη:
στοίχος – στίχος: παράγωγα – σύνθετα
Tα δύο ομόηχα, το
στίχος και το
στοίχος, σημαίνουν και τα δύο «γραμμή, σειρά, αράδα»: το
στίχος γραμμή ποιήματος, το
στοίχος γραμμή σε οποιαδήποτε διάταξη (γυμναστικής, στρατού κ.λπ.). Kαι τα δύο είναι μεταπτωτικές βαθμίδες του αρχαίου ρήματος
στείχω «βαδίζω σε σειρές» (
στιχ-: μηδενισμένη βαθμίδα με απουσία του -ε-?
στοιχ-: ετεροιωμένη βαθμίδα με τροπή του ει σε οι). Aπό το
στίχος παράγονται τα:
στιχ-
ουργός (στιχουργώ, στιχούργημα, στιχουργικός),
στιχο-
πλόκος,
στιχο-γράφος,
διά-στιχο «το μεταξύ των σειρών τυπωμένου κειμένου διάστημα» (διαστιχώνω, διαστίχωση),
κατά-στιχο (< κατά στίχον «τα γραμμένα κατά σειρά»),
στιχό-μετρο (και στιγμόμετρο) «αριθμημένος κανόνας για τη μέτρηση των στίχων»,
στιχο-μυθία «διάλογος»,
ημι-στίχιο,
μονό-στιχο, δί-στιχο,
τρί-στιχο,
τετρά-στιχο, πολύ-στιχο κ.λπ. Aπό το
στοίχος παράγονται:
στοιχ-ίζω (αρχική σημ. «βάζω στην ίδια γραμμή, εξισορροπώ, εξισώνω»),
περι-στοιχίζω,
στοιχ-ηδόν «στη γραμμή»,
αντί-στοιχος (αντιστοιχώ, αντιστοιχία),
σύ-στοιχος (συστοιχώ, συστοιχία), -
στοιχία (κιονο-στοιχία, αμαξο-στοιχία, δενδρο-στοιχία, οδοντο-στοιχία),
στοιχώ,
στοιχούμαι «μπαίνω στην ίδια γραμμή, ακολουθώ» (στοίχημα, στοιχηματίζω, στοίχηση, «στοιχηθείτε!»),
στοιχείο (πβ. σημ-είο, μνημ-είο κ.τ.ό.) με αρχική σημ. «αυτό που μπαίνει κατά σειρά, γράμμα (αλφαβήτου)» και «γράμματα λέξεως» > «ελάχιστα συστατικά»,
στοιχει-ώδης,
στοιχει-ακός,
στοιχει-ώ(νω) (στοιχείωση, μεταστοιχείωση),
αστοιχείωτος,
στοιχειο-θέτης (στοιχειοθετώ, στοιχειοθεσία, στοιχειοθέτηση),
στοιχειο-θήκη,
στοιχειό (στοιχειώνω, στοίχειωμα).