Κάθε λέξη, κάθε φράση κρύβει μια –μικρή ή μεγάλη- ιστορία. Πώς γεννήθηκε, πότε, πώς εξελίχθηκε, πώς μεταβλήθηκε, πώς ταξίδεψε σε άλλες γλώσσες... Στη στήλη αυτή, θα δίνουμε κάθε εβδομάδα σύντομα σχόλια για όψεις της πορείας διαφόρων λέξεων και φράσεων. Τα σχόλια προέρχονται -συχνά με μικρές τροποποιήσεις- από τα λεξικά:
Γ. Μπαμπινιώτη - Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας
Γ. Μπαμπινιώτη - Λεξικό για το Σχολείο και το Γραφείο,
Γ. Μπαμπινιώτη - Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας
των εκδόσεων του Κέντρου Λεξικολογίας (βλ. www.lexicon.gr).
Αυτή την εβδομάδα, η λέξη:
σπίτι: συνώνυμα
Η πάγκοινη δημοτική λέξη
σπίτι πρωτοαπαντά ως
οσπίτιον στη μεταγενέστερη Ελληνική, προερχόμενη από το λατινικό
hospitium που σήμαινε «ξενώνας, χώρος φιλοξενίας, φιλοξενία» (< hospes, -itis «ξένος»). Μέσα από τη λόγια παράδοση επιβίωσε και χρησιμοποιείται και σήμερα ως επίσημη λέξη το
κατοικία, επίσης αρχαία λέξη, που χρησιμοποιείται στην Ελληνική από τους μεταγενέστερους χρόνους, παράγωγο του αρχαίου ρήματος
κατοικώ των κλασικών χρόνων. Tο
κατοικία δηλώνει κυρίως το κτίσμα, το οικοδόμημα όπου κατοικεί κανείς, ενώ το
σπίτι δηλώνει τόσο το κτίσμα όσο και το περιεχόμενό του, την οικογένεια, τους ανθρώπους που κατοικούν σε ένα σπίτι. Πρόκειται για μια διαφορά που υπάρχει και σε άλλες συγγενείς γλώσσες (πβ. αγγλ.
house και
home). Η ίδια διαφορά υπήρχε στην αρχαία και τη λόγια παράδοση ανάμεσα στο
οικία (αντίστοιχο του
κατοικία) και στο
οίκος (αντίστοιχο του
σπίτι). Tο εσωτερικό περιεχόμενο που δηλώνει το
σπίτι εκφράζεται εντονότερα με τη νεοελληνική λέξη
σπιτικό, που χρησιμοποιείται σε οικείο λόγο. Στον καθημερινό λόγο αλλά και στην ορολογία σύγχρονων επιστημών (όπως λ.χ. η κοινωνιολογία), η νεότερη λέξη
νοικοκυριό χρησιμοποιείται αντί τού
σπιτικό (τα αγροτικά / αστικά νοικοκυριά) με τη σημασία «οικογένεια». Σε λόγιες μεταφορικές χρήσεις απαντά και η λέξη
ενδιαίτημα, αρχαίας προελεύσεως λέξη που δηλώνει τον χώρο όπου ενδιαιτάται (< δίαιτα), όπου ζει κανείς. Tελευταία εμφανίζεται σε αρχιτεκτονικού και παρόμοιου περιεχομένου χρήσεις το απαρέμφατο
κατοικείν ως κατοικία και κατοίκηση.