Κάθε λέξη, κάθε φράση κρύβει μια –μικρή ή μεγάλη- ιστορία. Πώς γεννήθηκε, πότε, πώς εξελίχθηκε, πώς μεταβλήθηκε, πώς ταξίδεψε σε άλλες γλώσσες... Στη στήλη αυτή, θα δίνουμε κάθε εβδομάδα σύντομα σχόλια για όψεις της πορείας διαφόρων λέξεων και φράσεων. Τα σχόλια προέρχονται -συχνά με μικρές τροποποιήσεις- από τα λεξικά:
Γ. Μπαμπινιώτη - Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας
Γ. Μπαμπινιώτη - Λεξικό για το Σχολείο και το Γραφείο,
Γ. Μπαμπινιώτη - Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας
των εκδόσεων του Κέντρου Λεξικολογίας (βλ. www.lexicon.gr).
Αυτή την εβδομάδα, η λέξη:
σορός – σωρός
Oμόηχες λέξεις, διαφορετικής σημασίας και χρήσεως, που ενίοτε συγχέονται γραμματικώς (ως προς τη χρήση του γένους) και ορθογραφικώς. H λέξη
σορός είναι θηλ. γένους (η σορός) και σημαίνει «τον νεκρό, το σώμα του νεκρού που βρίσκεται μέσα σε φέρετρο». Πρόκειται για αρχαία λέξη που ανάγεται σε I.E. ρίζα *twer-, η οποία σημαίνει «περιβάλλω, περικλείω» (*τFορ-ός > σορ-ός). H λέξη
σωρός είναι αρσενικού γένους (ο σωρός) και σημαίνει «πλήθος πραγμάτων στοιβαγμένων το ένα πάνω στο άλλο». Kαι αυτή η λέξη είναι αρχαία και ανάγεται σε I.E. ρίζα *tweέ- / teέw-, που σημαίνει «διογκώνομαι, φουσκώνω» (*τFω-ρός > σω-ρός) και συνδέεται πιθανώς με τη λέξη
σώ-
μα.