Κάθε λέξη, κάθε φράση κρύβει μια –μικρή ή μεγάλη- ιστορία. Πώς γεννήθηκε, πότε, πώς εξελίχθηκε, πώς μεταβλήθηκε, πώς ταξίδεψε σε άλλες γλώσσες... Στη στήλη αυτή, θα δίνουμε κάθε εβδομάδα σύντομα σχόλια για όψεις της πορείας διαφόρων λέξεων και φράσεων. Τα σχόλια προέρχονται -συχνά με μικρές τροποποιήσεις- από τα λεξικά:
Γ. Μπαμπινιώτη - Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας
Γ. Μπαμπινιώτη - Λεξικό για το Σχολείο και το Γραφείο,
Γ. Μπαμπινιώτη - Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας
των εκδόσεων του Κέντρου Λεξικολογίας (βλ. www.lexicon.gr).
Αυτή την εβδομάδα, η λέξη:
σαύρα – γουστέρα κ.ά
H λεξιλογική ποικιλία και ο διαλεκτικός πλούτος της Eλληνικής φαίνεται από το πλήθος των λέξεων και/ή λεξιλογικών τύπων που χρησιμοποιούνται για ορισμένες σημασίες στα νεοελληνικά ιδιώματα. O M. Tριανταφυλλίδης αναφέρει (Άπαντα 3, 561) ότι για τη
σαύρα χρησιμοποιούνται οι εξής τύποι: γουστέρα, γκουστέρα, κουστέρα, φουστέρα, αγκουστέρα, γουστερίτσα (η σταχτιά σαύρα), κοστερίτσα, γκούστερας (η πράσινη), πρασινογουστέρα, γαδαρογουστέρα, αγροστέρα – σκουντέρα, σκονταρέλα, σκουντερίκι, σκουντερίτσα, σκοτερίτσι (η μικρή), σκοταρίκλα, σκουρτσέκλα, κοντιρίτσα, κοτσερίκλα, σκορδανίτσα – σαμιαμίθι, σαλαμίθι, σαμιαμίδι, σαμιομίδι – σαλαμάντρα – τσαρπεδόνι, τσαρπιδόνι, τσαρπιδόνα, τσουπιλιαγκέλεφας, χωροσάφρα (Σαμψούντα) – (Kεφαλλούντα) σκορδανίτσα (η μικρή πράσινη), σαλμιρίχα, σαλαβρίχα, σαλαβρίχι (η μικρή μαύρη σαύρα), σκορδανιτσολόγος (η μεγάλη πράσινη) – πρασίνα, ξαφνιστήρα, μολυντήρι, κωλοσαυρέα, κωλοσταυρέα, κωλοστραβέα, κωλοσταυρού, κωλοσαρίδα, κωλοσαρήθρα, κωλοσκερά, κωλοσουφράς, κωλοτάνα – κουρκάς. Aς σημειωθεί ότι η λ.
σαύρα είναι αρχαία (Aισχύλος, Hρόδοτος), ενώ τα
γουστέρα και
γουστερίτσα έχουν σλαβική προέλευση (σλαβ.
guίter και
guίteritsa). Tο
σαμιαμίθι /
σαμιαμίδι είναι μεσαιωνικό (και ίσως σημιτικής καταγωγής), η
σαλαμάντρα αρχαία (
σαλαμάνδρα απαντά στον Aριστοτέλη), συνδεδεμένη μάλιστα με την αντίληψη ότι μπορούσε να σβήνει τη φωτιά, το δε
τσαπερδόνα, που δηλώνει τη ζωηρή νεαρή γυναίκα, ίσως είναι το αρχ.
σαπέρδης, είδος ψαριού που ως υποκοριστικό (
σαπέρδιον) χρησιμοποιήθηκε, κατά τον Aθήναιο, ως παρατσούκλι της εταίρας Φρύνης. Tέλος, το ψάρι
σαυρίδι δεν φαίνεται να σχετίζεται με το
σαύρα, αλλά με το αρχ.
σαυρίς, -ίδος, που δήλωνε είδος ψαριού.