Κάθε λέξη, κάθε φράση κρύβει μια –μικρή ή μεγάλη- ιστορία. Πώς γεννήθηκε, πότε, πώς εξελίχθηκε, πώς μεταβλήθηκε, πώς ταξίδεψε σε άλλες γλώσσες... Στη στήλη αυτή, θα δίνουμε κάθε εβδομάδα σύντομα σχόλια για όψεις της πορείας διαφόρων λέξεων και φράσεων. Τα σχόλια προέρχονται -συχνά με μικρές τροποποιήσεις- από τα λεξικά:
Γ. Μπαμπινιώτη - Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας
Γ. Μπαμπινιώτη - Λεξικό για το Σχολείο και το Γραφείο,
Γ. Μπαμπινιώτη - Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας
των εκδόσεων του Κέντρου Λεξικολογίας (βλ. www.lexicon.gr).
Αυτή την εβδομάδα, η λέξη:
βιομήχανος
Tο αρχαίο επίθετο
βιομήχανος σήμαινε «αυτός που μηχανεύεται τρόπους για να ζήσει, που εκδηλώνει ευφυΐα στην αντιμετώπιση των μεριμνών της ζωής». Η λέξη
βιομήχανος ξαναχρησιμοποιήθηκε τον 19ο αιώνα από τους Έλληνες λογίους της εποχής για να αποδοθεί στα Ελληνικά η γαλλική λέξη industriel (με τη σημασία που γνωρίζουμε σήμερα). Τότε πλάστηκε και λέξη
βιομηχανία ως απόδοση της γαλλικής industrie (η οποία ανάγεται στη λατινική λέξη industria «εργατικότητα, φιλοπονία»). Είναι ενδιαφέρον ότι στον Κωνσταντίνο Παπαρρηγόπουλο απαντά η λέξη
βιομηχάνημα, μονολεκτική απόδοση του γαλλικού produit d’industrie, λέξη που θα μπορούσε να χρησιμοποιείται και σήμερα αντί του περιφραστικού «βιομηχανικό προϊόν».