Diavasame.gr
Έχουμε διαβάσει 1001 βιβλία!!
θέλετε να λαμβάνετε
το newsletter μας;
LOGIN:


Συμβαίνουν γύρω μας
  • ΕΚΔΗΛΩΣΕΙΣ ΤΩΝ ΕΚΔΟΣΕΩΝ ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ

    Δείτε τις εκδηλώσεις των εκδόσεων ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ
                                                                    περισσότερα...

     

  • ΤΟ ΝΗΜΑ - ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ

    "Το Νήμα" της Victoria Hislop στην εκδήλωση που έγινε στη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών του Ιδρύματος Ωνάση.
                                                                    περισσότερα...

     

Λέξη της Εβδομάδας

Κάθε λέξη, κάθε φράση κρύβει μια –μικρή ή μεγάλη- ιστορία. Πώς γεννήθηκε, πότε, πώς εξελίχθηκε, πώς μεταβλήθηκε, πώς ταξίδεψε σε άλλες γλώσσες... Στη στήλη αυτή, θα δίνουμε κάθε εβδομάδα σύντομα σχόλια για όψεις της πορείας διαφόρων λέξεων και φράσεων. Τα σχόλια προέρχονται -συχνά με μικρές τροποποιήσεις- από τα λεξικά:

Γ. Μπαμπινιώτη - Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας
Γ. Μπαμπινιώτη - Λεξικό για το Σχολείο και το Γραφείο,
Γ. Μπαμπινιώτη - Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας

των εκδόσεων του Κέντρου Λεξικολογίας (βλ. www.lexicon.gr).

Αυτή την εβδομάδα, η λέξη:

Bλάχοι – Oυαλοί – Bαλλόνοι

Aντίθετα προς ό,τι πήγαν να επιβάλουν παλαιότερα ξένα συμφέροντα και πολιτικές σκοπιμότητες (έφτασε να λειτουργήσει ρουμανικό σχολείο στα Γιάννενα, για να μάθουν οι Bλάχοι... ως «μειονότητα» τη «μητρική» τους γλώσσα, που ήταν τάχα τα Pουμανικά!), σήμερα η επιστημονική έρευνα έχει αποκαταστήσει την αλήθεια, που είναι και ευρύτερα αποδεκτή. Oι Έλληνες, στην καταγωγή και τη συνείδηση, Bλάχοι (γνωστοί και ως Kουτσόβλαχοι και Aρωμούνοι / Αρμάνοι, επίσης κατά περιοχές και ως Aρβανιτόβλαχοι, Kαραγκούνηδες, Φρασαριώτες κ.λπ.) είναι δίγλωσσοι Έλληνες ποιμένες και κτηνοτρόφοι (K. Mακεδονίας, Θεσσαλίας, Aιτωλοακαρνανίας), που παράλληλα προς τα Eλληνικά μιλούν μια λατινογενή διάλεκτο, τα Bλάχικα ή Kουτσοβλάχικα ή Aρωμουνικά. H γλωσσική τους συγγένεια (όχι εθνολογική!) με τους Pουμάνους οφείλεται στο ότι τόσο τα Aρωμουνικά όσο και τα Pουμανικά ανάγονται σε κοινή γλωσσική πηγή, την Aνατολική ή Bαλκανική Λατινική. Eκλατινισθέντες γλωσσικά Έλληνες οι Bλάχοι μίλησαν την Aρωμουνική, με έντονη την επίδραση και της Αρχαίας Eλληνικής (στα Bλάχικα σώζονται λέξεις ελληνικές, όπως urma < οδμή / οσμή ή udare < ούθαρ «μαστός, στήθος» κ.ά. που δεν διατηρήθηκαν στην Kοινή Eλληνική), ενώ η γλώσσα των Pουμάνων έχει επηρεαστεί από τη Γετοδακική. H ονομασία Bλάχοι ανάγεται γλωσσικά στο όνομα γαλατικού φύλου Volcae (εκλατινισμένου από τις επιδρομές του σε ρωμαιοκρατούμενες περιοχές), που οι Γερμανοί ονόμασαν Valah, χαρακτηρίζοντας με αυτό όλους τους λατινόφωνους υπηκόους τού ρωμαϊκού κράτους. Aπό το γερμ. Valah προήλθαν οι εθνικές ονομασίες Oυαλοί (Bρετανία), Bαλλόνοι (Bέλγιο), Γκωλουά (πβ. ντε Γκωλ) (Γαλλία) και Valah > vlah > Bλάχ-ος (στο Bυζάντιο).

 Αρχείο με λέξεις
•  δραστικός – δραματικός
•  λακέρδα και σαύρα!
•  παλλακίδα, εταίρα, πόρνη
•  λέπι, λεπρός, λεπτός, λεπίδα
•  Ρωμιός - Ρούμελη - Ελλάς
•  Αλς – θάλασσα – πέλαγος – πόντος
•  πρόεδρος
•  άνθρωπος - άνδρας
•  πυγμαλίων
•  προάστιο ή προάστειο
•  πλαγκτόν
•  άρες μάρες κουκουνάρες
•  τυρί
•  τσιγγάνος
•  μπικίνι
•  αρτζιμπούρτζι
•  αρουραίος - ποντικός
•  στιβάδα ή στοιβάδα;
•  μασόνος
•  καμικάζι
•  θραύω, θρύμμα, τρυφερός, τρυφηλός
•  βούλλα ή βούλα
•  δυτικός
•  κωμικός
•  γήπεδο
•  αρλεκίνος
•  γήπεδο
•  ουσιώδης – ουσιαστικός
•  -οια: ουσιαστικά σε -οια.
•  νομίζω: συνώνυμα
•  μοτοσυκλέτα ή μοτοσικλέτα, στυλ ή στιλ, στυλό ή στιλό;
•  μεγέθυνση ή μεγένθυνση, εμβάθυνση ή εμβάνθυνση;
•  λυπάμαι: συνώνυμα
•  κτήριο ή κτίριο;
•  κοροϊδία: συνώνυμα
•  κλείνω – κλείω
•  κατάκτηση – εκμάθηση
•  καμπή – γάμπα – ζαμπόν – ζάντα
•  θερμότητα – ψύξη: κλιμάκωση
•  -ίστικος
•  ηγούμαι: παράγωγα – σύνθετα
•  ζεματώ – ζεματίζω
•  -εσα αντί -ησα (τύπος: φόρ-εσα).
•  επίδοξος – επίζηλος
•  εξοφλώ – ξοφλώ
•  Eλληνικός ή ελληνικός;
•  έλλειψη – έλλειμμα
•  εαυτός – καθ’ εαυτός / καθαυτός – καθ’ εαυτό / καθαυτό – καθ’ εαυτού / καθαυτού
•  δομή – υφή – σύσταση – σύνθεση – διάρθρωση
•  διαρρέω: παράγωγα
•  διάλεκτος – κοινόλεκτος – ιδιόλεκτος – κοινωνιόλεκτος – ιδίωμα – ντοπιολαλιά – κοινή – αργκό.
•  διαβάζω: συνώνυμα
•  δέρμα – επιδερμίδα – πετσί
•  δάνειο – δάνειος – δανεικός.
•  βιομήχανος
•  συντρέξω – συνδράμω
•  σορός – σωρός
•  βρόχος – βρόγχος
•  βρίθω + γενική
•  βόμβα ή μπόμπα;
•  βιοπαλαιστής
•  Σύρος – Συρία, Σύριος – Σύρος, Συριανός – συριακός
•  συμπόνια ή συμπόνοια
•  συμπάθεια: συνώνυμα
•  συμβατικός – συμβατός – αυθαίρετος
•  συγγνώμη
•  στρογγυλός – στρογγύλος – στρόγγυλος
•  στοίχος – στίχος: παράγωγα – σύνθετα
•  σπίτι: συνώνυμα
•  σεισμογενής – σεισμογόνος.
•  σαύρα – γουστέρα κ.ά
•  σατιρικός – σατυρικός.
•  πανεπιστήμιο
•  βιολογία
•  αυτόπτης
•  αυτόφωρος
•  ρύμη
•  αυλή – αυλαία – έπαυλη.
•  δεκανέας - δεκανίκι


Site by Nitor Systems